Η Σπάρτη και η Αθήνα

Η Σπάρτη και η Αθήνα είχαν την αξίωση να κυριαρχήσουν στις άλλες πόλεις χωρίς να τους επιτρεψουν να έχουν κυριαρχικά δικαιώματα όπως απαιτεί η εθνική ενότητα.

Οι Ρωμαίοι, όπως αναφέραμε ήδη, δεν κυριάρχησαν αμαχητί στην Ιταλία. Πολέμησαν με τις φυλές και τις πόλεις περισσότερο από ό,τι οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες με τις ελληνικές πόλεις και φυλές. Ωστόσο, αν και τους υπέτασσαν σχεδόν πάντα, κατάλαβαν ότι δεν θα εξασφάλιζαν τη νίκη αν δεν συνδύαζαν, όπως ο Θησέας του Θουκυδίδη, τη δύναμη με τη σύνεση. Για το λόγο αυτό άρχισαν, σταδιακά, να καταγράφουν στις τάξεις των πολιτών τους τους πιο αξιόμαχους από τους αντιπάλους τους, κάνοντάς τους έτσι κοινωνούς του κυριαρχικού δικαιώματος της πολιτικής ενότητας και απομακρύνοντας την πιο συνηθισμένη αφορμή των εξεγέρσεων. Με τον τρόπο αυτό ο αριθμός των μάχιμων ανδρών της Ρώμης, οι οποίοι προς τα τέλη της βασιλείας δεν ξεπερνούσαν τους 20.000, ανήλθε στα τέλη του 4ου αιώνα σε 165.000 και ξεπέρασε κατά πολύ τους 200.000 τον 5ο αιώνα.

Αυτό όμως συνέβη γιατί εκείνα τα χρόνια πολλοί κάτοικοι πόλεων της αρχαίας λατινικής ομοσπονδίας απέκτησαν τα πλήρη δικαιώματα των Ρωμαίων πολιτών. Το ίδιο δικαίωμα απέκτησαν οι κάτοικοι των κοινοτήτων των Σαβίνων, και εκείνοι των πολυάριθμων κοινοτήτων των Ουόλσκων έγιναν αντί για υπήκοοι κανονικοί Ρωμαίοι πολίτες.


Οι νέοι αυτοί πολίτες δεν ζούσαν μέσα στη Ρώμη και έτσι ο πραγματικός της περίβολος ουσιαστικά δεν διευρύνθηκε. Ο ιδεατός, όμως, ας πούμε, περίβολος της επεκτάθηκε προς το βορρά μέχρι τα περίχωρα των Καιρετανών στην Ετρουρία, ανατολικά μέχρι τα Απέν- νινα και νότια μέχρι την Ταρρακίνη. ' Ετσι, το σύνολο των Ρωμαίων πολιτών συγκροτούσε όχι πόλη αλλά έθνος ολόκληρο, όπως πολύ σωστά είπε ο Μόμσεν. Ο περίβολος όμως εκείνος δεν ήταν συνεχής. Υπήρχαν μέσα σε αυτόν κοινότητες που τα μέλη τους δεν είχαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Άλλες που τα μέλη τους είχαν αυτό το δικαίωμα βρίσκονταν έξω από αυτό τον περίβολο. Επίσης, κάποιες οικογένειες, διασπαρμένες σε ολόκληρη την Ιταλία, αναγράφονταν στις τάξεις των πολιτών.


Το προνόμιο αυτό δεν μοιραζόταν συνεχώς με την ίδια απλοχεριά. Η Ρώμη, όσο αισθανόταν ότι είχε την ανάγκη να ενισχύσει τις δυνάμεις της, παραχωρούσε πρόθυμα την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Από τη στιγμή όμως που συγκρότησε στρατό που είχε το συμφέρον και την ικανότητα να διατηρήσει το κράτος, έγινε πιο φειδωλή στην παραχώρηση αυτής της ιδιότητας σε ολόκληρες κοινότητες και περιορίστηκε στο να την εκχωρεί μόνο στους πλέον επιφανείς και ικανούς ανάμεσα στις πιο αξιόλογες κοινότητες των υπηκόων.


Οι Ρωμαίοι, για να παγιώσουν την εξουσία τους, χρησιμοποίησαν και άλλους τρόπους. Δημιουργήθηκε μια ξεχωριστή τάξη πολιτών, οι οποίοι είχαν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κανονικού πολίτη, εκτός από το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Ακόμα όμως και αυτό το μισό δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη ήταν τόσο αξιοζήλευτο, ώστε εκείνοι που το είχαν αποκτήσει ανέρχονταν σε χιλιάδες στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού. Εκτός από αυτό, η τοπική διοίκηση των υποτελών κοινοτήτων ανατέθηκε στους πλούσιους και διακεκριμένους οίκους καθεμίας από αυτές. Αυτοί, επειδή μοιράζονταν πολλά ηθικά και υλικά προνόμια, παρέμεναν πιστοί στη Ρώμη, καθώς μόνο με την προστασία της μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη δυσαρέσκεια των πολλών.

Για παράδειγμα, οι ευπατρίδες της περίφημης Καπύης είχαν συγκεκριμένες αρμοδιότητες, τους επιτράπηκε να κάνουν ειδικές νομοθετικές συνελεύσεις, είχαν ιδιαίτερη θέση και λάμβαναν συντάξεις από το δημόσιο θησαυρό της Καμπανίας, εκ των οποίων 1.600 παρείχαν σε κάθε δικαιούχο 450 στατήρες κάθε χρόνο. Επιπλέον, οι Ρωμαίοι ίδρυσαν ξεχωριστές αποικίες σε πολλά καίρια και οχυρά σημεία της χερσονήσου, μεσόγεια και παράλια, υποχρεώνοντας τους ντόπιους να προσφέρουν στους νεοφερμένους τα απαραίτητα κομμάτια γης. Οι άποικοι αυτοί ήταν, κατά κάποιον τρόπο, η εμπροσθοφυλακή και εκείνοι που θα υπερασπίζονταν την περιοχή από κάθε εξέγερση των περιοίκων και από κάθε εξωτερική επιδρομή.