Αρχική Ιστορία Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία A (1715-1821)

Η Μάνη στη δεύτερη τουρκοκρατία A (1715-1821)

Οι Μανιάτες κατηγορήθηκαν ως τρωγλοδύτες και όμως από τον 13ο αιώνα
έχτιζαν εκκλησιές σαν τον Αγιο Ιωάννη στα Κέρια της Μέσα Μάνης.

Η τουρκοκρατία στο Μοριά άρχισε το 1460, όταν ο Μωάμεθ ο Β’ ο πολιορκητής κατέβηκε στην Πελοπόννησο με το στρατό του, για να αναγκάσει τους δύο αδελφούς Παλαιολόγους, το Δημήτριο και το Θωμά, να πληρώσουν το συμφωνημένο φόρο υποτέλειας.

Μέχρι τότε δεν είχαν φανεί συνεπείς στις υποσχέσεις τους και ακόμη πολεμούσε ο ένας τον άλλον, ώστε βρέθηκαν ανέτοιμοι και ανίκανοι να αντιμετωπίσουν το σοβαρό αυτό εξωτερικό κίνδυνο.

Ο Δημήτριος, που κατείχε τη μισή Πελοπόννησο, χωρισμένη στα δύο με μια νοητή γραμμή από την Κόρινθο ως την Καλαμάτα, είχε παραμείνει στην έδρα του, που ήταν ο Μυστράς. Για μεγαλύτερη ασφάλεια έβαλε τη γυναίκα του και την κόρη του στο απόρθητο κάστρο της Μονεμβασιάς και περίμενε τις εξελίξεις. Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του, παρέδωσε τις κτήσεις του και την κόρη του για γυναίκα του Μωάμεθ, παίρνοντας την παραπλανητική υπόσχεση, ότι θα του έδινε τη Λήμνο να βασιλεύσει εκεί.

Ο Θωμάς, που βασίλευε στο βορειοδυτικό τμήμα της Πελοποννήσου, κλείστηκε στο κάστρο της Μαντινείας (Αβίας), το οποίο βρισκόταν στη θέση της σημερινής Παλιόχωρας. Είδε τη σκληρότητα με την οποία φέρθηκε ο Μωάμεθ στους υπερασπιστές των κάστρων που πρόβαλαν αντίσταση, στο Καστρί της Λακωνίας και στο Γαρδίκι της Μεσσηνίας και αποφάσισε να φύγει για την Ιταλία, προκειμένου να τεθεί υπό την προστασία του Πάπα της Ρώμης.

Η τουρκοκρατία έκτοτε δεν ήταν συνεχής. Το 1685 οι Βενετοί με αρχηγό το Μοροζίνη πήραν το Μοριά, αλλά η κυριαρχία τους κράτησε μόνο τριάντα χρόνια. Το 1715 η Πελοπόννησος γύρισε στο προηγούμενο καθεστώς της τουρκικής κατάκτησης, που κράτησε μέχρι το 1821. Αυτά τα χρόνια από το 1715 μέχρι το 1821 ορίζουν τη δεύτερη τουρκοκρατία.

Η ιστορία της Μάνης δεν έχει γραφεί στις λεπτομέρειες της και είναι άγνωστη στους πολλούς. Οι αληθινές ιστορικές πηγές είναι λιγοστές, και όπως έγραψε ο Γιάννης Βλαχογιάννης και αυτές πολλές φορές τις έχουν παραποιήσει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Βενετσάνοι ιστοριογράφοι, οι οποίοι άλλοτε για να μονοπωλήσουν επιτυχίες, αγνοούσαν τη συμβολή των Μανιατών και σε άλλες περιπτώσεις τους παρουσίαζαν σαν υπεύθυνους για κάθε αποτυχία. Ποτέ δεν έγραψαν για την εκμετάλλευση του πόθου των Μανιατών για ελευθερία, που γινόταν προς όφελός τους, δίνοντας χωρίς συστολή ψεύτικες υποσχέσεις. Αγνόησαν ακόμη, ότι οι ίδιοι άλλοτε υποκριτικά ξεσήκωναν τους Μανιάτες σε επανάσταση, για να διώξουν μαζί τον Τούρκο από τον τόπο τους και σε άλλες περιπτώσεις συνιστούσαν υποταγή στον κατακτητή, γιατί θα τους φορολογεί ο νέος άρχοντας, που τώρα δεν πληρώνουν και θα επιβάλλει νόμους.

Μερικοί από τους ξένους περιηγητές, που δεν πάτησαν το πόδι τους στη Μάνη, αλλά πέρασαν ξέμακρα με κάποιο πλοίο και αντίκρισαν μέσα από το πλοίο τους τα γυμνά βουνά της, επειδή ήθελαν να τραβήξουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών τους, έγραψαν υπερβολές και ανακρίβειες, ό,τι άκουσαν να λέγεται ή ό,τι οι ίδιοι φαντάστηκαν. Ακόμη ο ένας επαναλάμβανε τον άλλο, ώστε στο τέλος το ψέμα τους, που ακουγόταν πολλές φορές, γινόταν πιστευτό.

Παρουσίαζαν τη Μάνη σαν έναν τόπο στον οποίο κατοικούσαν άγριοι μέσα σε σπηλιές και κυκλοφορούσαν γυμνοί κ.λπ. Oσοι από τους περιηγητές υπήρξαν αντικειμενικοί και έγραψαν αληθινά ιστορικά στοιχεία δεν έτυχαν της διάδοσης, η οποία τους έπρεπε.

Η κακή εικόνα που δημιουργήθηκε στα παλαιότερα χρόνια από ορισμένα ξένα βιβλία για τη Μάνη, απαιτεί σήμερα ανασκευή.

Αφού προτάξουμε λίγα γενικόλογα για τον τόπο και τους ανθρώπους του, σε μια σειρά από δημοσιεύματα θα ασχοληθούμε με την ιστορία της Μάνης στην περίοδο της δεύτερης τουρκοκρατίας (1715-1821), όπως προκύπτει από τα νεότερα στοιχεία, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια.

Eχουμε αρκετές πληροφορίες από τους εκπροσώπους των τότε μεγάλων δυνάμεων, που έδιναν μια διαφορετική εικόνα του τόπου και των ανθρώπων, από εκείνη που είχε δημιουργηθεί από φαντασιόπληκτους ταξιδευτές. Οι απεσταλμένοι των ξένων κυβερνήσεων που συναντούσαν τους Μανιάτες, έρχονταν σε συμφωνίες και έκαναν συμμαχίες μαζί τους, δέχονταν εκπροσώπους τους στον τόπο τους και παρουσίαζαν την πραγματική κατάσταση της Μάνης.

Aλλωστε οι παλαιές εκκλησίες, που σώζονται μέχρι σήμερα, αποτελούν ένα αδιάψευστο τεκμήριο, για τις συνθήκες της ζωής στη Μάνη. Βέβαια κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η Μάνη ήταν ένας παράδεισος, στον οποίο κατοικούσαν φιλήσυχοι πολίτες, οι οποίοι απολάμβαναν τους πλούσιους καρπούς της γης τους. Hταν όμως μια περιοχή ελεύθερη, απαλλαγμένη από τους Τούρκους δυνάστες και σε αυτή κατέφευγαν όσοι προτιμούσαν την ελευθερία, έστω και αν θα ζούσαν στερημένα.

Η Μάνη βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του Ταϋγέτου και είναι μια περιοχή βραχώδης, τραχεία, άνυδρη, δύσβατη, χωρίς δρόμους και με στενωσιές που ευνοούν τις ενέδρες. Oσο τα παραλιακά χωριά της ήταν ευπρόσβλητα από τα κανόνια του στόλου, τόσο δύσκολα ένας εχθρός θα μπορούσε να εισχωρήσει στο εσωτερικό της από τη στεριά.

Δεν επικρατούσε τάξη και ασφάλεια, αλλά αντίθετα τα φονικά ήταν συχνά. Eνας περιηγητής πληροφορήθηκε το 1805, ότι στη Βάθεια, το γνωστό σε όλους μικρό χωριό της Μέσα Μάνης, τα τελευταία σαράντα χρόνια είχαν σκοτωθεί εκατό άνδρες στις μεταξύ τους ένοπλες συγκρούσεις. Μπορεί καθένας να υποθέσει ότι όλοι οι άνδρες του χωριού πέθαναν από βόλι.

Για να περάσει ένας ξένος με ασφάλεια στο εσωτερικό της Μάνης, όπως ένας περιηγητής, θα έπρεπε να τον συνοδεύει κάποιος ισχυρός τοπικός παράγοντας με μικρή ακολουθία ενόπλων. Oταν θα έφθανε στα όρια της περιφερείας του, θα παρέδιδε τον επισκέπτη στη φρουρά γειτονικού καπετάνιου κ.ο.κ. Ο Aγγλος περιηγητής J.

Morritt, που με αυτόν τον τρόπο περιηγήθηκε τη Μάνη το 1795, σε επιστολή του έγραψε, πως όλοι, Τούρκοι και Eλληνες, του έλεγαν ότι ένα ταξίδι στη Μάνη είναι επικίνδυνο. Αυτός όμως δεν βρήκε ότι κινδύνευε από τους Μανιάτες, παρά μόνο από τη φιλοξενία τους, γιατί πρόσθεσε χαριτολογώντας ότι σκεφτόταν να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί.

Τα χωριά μεταξύ τους δεν είχαν εύκολη επικοινωνία και οι Μανιάτες ζούσαν σχετικά απομονωμένοι σε μικρές κοινωνικές ομάδες, ιδιαίτερα στη Μέσα Μάνη, όπου ήταν πολλά τα ξεμόνια. Δηλαδή ένας ξεμοναχιασμένος οχυρός πύργος για την άμυνα της οικογένειας και δίπλα του ήταν προσκολλημένες μερικές κατοικίες, για τη διαμονή των μελών της. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μερικοί, οι οποίοι είχαν περάσει τη ζωή τους μέσα σε έναν πύργο ή άλλοτε σε μια μικρή κτηνοτροφική μονάδα, π.χ. κάποιο απόμακρο μαντρί και είχαν βιώσει ελάχιστες κοινωνικές επαφές και εμπειρίες, να φαίνονται αφελείς, απόκοσμοι κι απόμακροι από την πραγματικότητα.

Οι Μανιάτες ήταν οργανωμένοι κατά οικογένειες. Η διοίκηση μιας μεγάλης οικογένειας ήταν έργο της συνέλευσης των γερόντων (γεροντικής). Ενας από αυτούς, ο πρωτόγερος, ήταν ο αρχηγός. Η γεροντική αποφάσιζε για τη φιλία ή την έχθρα με τις γειτονικές οικογένειες, για τα συνοικέσια, τις κουμπαριές, τον πόλεμο ή την ειρήνη.

Hταν μια μικρογραφία δημοκρατίας με τον πρόεδρό της.

Στη Μάνη γινόταν διάκριση των κατοίκων σε διάφορες βαθμίδες ανάλογα με τον αριθμό των όπλων και την ισχύ της οικογένειάς τους. Αυτούς που προέρχονταν από μεγάλες γενιές τους έλεγαν μεγαλογενήτες. Στην Εξω Μάνη γινόταν κατάταξη των σπιτιών (οικογενειών) σε πρώτα, δεύτερα και τρίτα και τα πρώτα σπίτια ήταν αυτά που είχαν καπετανίες. Στη Μέσα Μάνη διέκριναν τους “Νικλιάνους”, που ήταν στην περιοχή τους η πιο ισχυρή και πολυάνθρωπη γενιά, τους “αχαμνόμερους”, που αντιστοιχούσαν στα δεύτερα σπίτια της Εξω Μάνης και τους “φαμέγιους”, που ήταν οι αδύνατοι και ανίσχυροι ή ακόμη και επήλυδες, τους λεγόμενους “φερτούς”. Οι Νικλιάνοι πέρα από τη Μέσα Μάνη δεν είχαν καμιά επιρροή. Οι μεγάλες οικογένειες της Μάνης, που ανέδειξαν μπέηδες και καπεταναίους, όπως οι Μαυρομιχαλαίοι, οι Γρηγοράκηδες, οι Τρουπάκηδες, Κουτηφαραίοι, Κουμουνδουράκηδες, κ.ά, δεν ανήκαν στους Νικλιάνους.

Ο τόπος είχε μικρή γεωργική παραγωγή, η οποία ήταν ανεπαρκής για τις ανάγκες των κατοίκων.

Ο αριθμός τους κατά τετραγωνικό χιλιόμετρο ήταν σχετικά πολύ μεγάλος, από τους μεγαλύτερους της Πελοποννήσου, γι’ αυτό ήταν εξοικειωμένοι με τη λιτότητα και ποτέ δεν είχαν χορτάσει το ψωμί.

Αυτό τους οδηγούσε, ιδιαίτερα στις χρονιές που η παραγωγή ήταν μικρή, στην αρπαγή, την κλοπή, τη ληστεία και την πειρατεία. Δεν ήταν σπάνιες οι ομαδικές επιδρομές σε γειτονικές επαρχίες. Συχνότερες όμως ήταν οι μεταξύ τους ένοπλες συγκρούσεις και οι φόνοι με ενέδρα, τη χωσία, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι. Σπάνια ένας άνδρας έφθανε σε γεροντική ηλικία, τον προλάβαινε ο θάνατος από των εχθρών του την εκδίκηση, το δικιωμό, όπως ήταν γνωστός ο φόνος για τη δικαίωση κάποιου σκοτωμένου από αυτόν ή από μέλος της οικογενείας του.

Οι μεταξύ τους συχνές ένοπλες συγκρούσεις καθιστούσαν τους Μανιάτες ικανούς σε πολεμικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στον αμυντικό ή τον ανορθόδοξο πόλεμο (ανταρτοπόλεμο) και ήταν λιγότερο αποτελεσματικοί στον επιθετικό αγώνα ή την πολιορκία ενός κάστρου. Ειδικότητα είχαν στις νυκτερινές επιδρομές, στις ενέδρες και στους αιφνιδιασμούς. Οι ικανότητες αυτές των Μανιατών σε συνάρτηση με την εδαφική διαμόρφωση του τόπου καθιστούσαν τη Μάνη έναν πολύ υπολογίσιμο πολεμικό αντίπαλο. Οι Τούρκοι συνήθως απέφευγαν τη σύγκρουση, η οποία θα τους στοίχιζε σε αίμα και προτιμούσαν να συνθηκολογούν μαζί τους, έστω κι αν υποχρεώνονταν σε παραχωρήσεις.

Πολλοί συνηθίζουν να λένε ότι η Μάνη ήταν απάτητη από τους εχθρούς της. Αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό, γιατί πολλές φορές η Μάνη πατήθηκε παροδικά από τους Τούρκους, σημασία όμως έχει ότι πότε δεν στέριωσαν εκεί.

Δεν πρέπει βέβαια να παραγνωρίζουμε ότι έγιναν στη Μάνη και εισβολές μεγάλων τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, που προκάλεσαν καταστροφές, λεηλάτησαν τον τόπο και πήραν αιχμαλώτους. Το 1614 έγινε μια τέτοια εισβολή Τούρκων από την ανατολική Μάνη και προχώρησαν μέχρι τα νοτιότερα τμήματα της χερσονήσου. Νίκησαν τους Μανιάτες, που λέγεται ότι είχαν εφτακόσιους νεκρούς. Στην περίπτωση εκείνη οι κάτοικοι του Οιτύλου παρέδωσαν τα όπλα, προσκύνησαν και πλήρωσαν το χαράτσι.

Την επόμενη χρονιά περίπου χίλιοι Τούρκοι με τον Μουσολίν Ραΐς μπήκαν στη Μάνη από το Αρμυρό και όταν έφθασαν στον Κάμπο, ζήτησαν να τους παραδώσουν τα όπλα. Eνας παπάς διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας πως δεν είναι γυναίκες, για να κυκλοφορούν άοπλοι. Ο Μουσολίν Ραΐς διέταξε και κρέμασαν τον παπά. Τη νύχτα οι Μανιάτες έκαναν αιφνιδιαστική επιδρομή και μόνο εφτά Τούρκοι σώθηκαν από τη σφαγή, για να φέρουν την είδηση της καταστροφής.

Ακόμη δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι από το 1670 μέχρι το 1685 είχαν εγκατασταθεί Τούρκοι στρατιώτες στα κάστρα της Ζαρνάτας και της Κελεφάς, που έχτισαν οι ίδιοι, από τα οποία διώχτηκαν με τη βοήθεια των Βενετών. Σε μακροχρόνιους αγώνες οι αντίπαλοι μπορεί να έχουν θριάμβους και ολέθρους, σημασία έχει η τελική έκβαση και αυτή ήταν υπέρ των Μανιατών, γιατί έμειναν ένοπλοι κι ετοιμοπόλεμοι μέχρι το 1821, για να φανούν χρήσιμοι στο γένος.

Οι Μανιάτες ήταν γνωστοί σε όλη την Ευρώπη για τους συνεχείς αγώνες τους και είχαν διαφυλάξει την ελευθερία με τα όπλα τους.

Μερικοί ξένοι περιηγητές, που επισκέφθηκαν τη Μάνη, εντυπωσιάστηκαν από τη σημαντική διαφορά των Μανιατών έναντι των άλλων Ελλήνων, οι οποίοι ζούσαν κάτω από το φόβο και την ταπείνωση των βάρβαρων κατακτητών.

Ο Αγγλος περιηγητής C. R.

Cockerell, που επισκέφθηκε ανήμερα τη λαμπρή του 1813 τη Μάνη, έγραψε για τους κατοίκους των Δολών: “...Βρεθήκαμε σε ένα διαφορετικό κόσμο. Ενώ στις άλλες ελληνικές περιοχές επικρατούσε ερημιά και αποχαύνωση, στη Μάνη διαπιστώνει ο ταξιδιώτης μια ατμόσφαιρα ζωντάνιας και ευημερίας. Και η τελευταία σπιθαμή γης φαίνεται καλλιεργημένη από προσεχτικά χέρια κι ας είναι θεόφτωχα βραχοτόπια. Τα χωριά πιο καθαρά και λιγότερο εξαθλιωμένα κι ο πληθυσμός πυκνότερος από την υπόλοιπη Ελλάδα. Η όψη των αντρών χαρούμενη, ανοιχτόκαρδοι, οι γυναίκες πιο όμορφες, οι φορεσές τους πιο κομψές. Φαίνεται πως η ελευθερία είχε μεταβάλει τη φυσιογνωμία και τη συμπεριφορά του λαού. Οι άνθρωποι ήταν εύθυμοι και ευτυχισμένοι. Από όπου περνούσαμε μας χαιρετούσαν...”.

Αυτή ήταν η εικόνα της Eξω Μάνης και μάλιστα την ημέρα της Ανάστασης του Χριστού. Ισως θα ήταν λιγότερο ενθουσιασμένος, αν είχε επισκεφθεί μια φτωχότερη περιοχή της Μέσα Μάνης και όχι σε μέρα γιορτινή.

Του Σταύρου Καπετανάκη. Ελευθερία

Σύνδεση Χρήστη





Δεν έχετε λογαριασμό ακόμα; Δημιουργία λογαριασμού

Online χρήστες

Έχουμε 53 επισκέπτες σε σύνδεση

Στατιστικά

Επισκέπτες: 82743

US ZIP Codes


Χάρτης 100 τελευταίων επισκεπτών

Συνδικάτο

Ροή Ειδήσεων

Η επέκταση των συνόρων της Μάνης
Παλαιότερα τα σύνορα της Μάνης έφθαναν στα βορειοανατολικά μέχρι το Σκουτάρι, αλλά επεκτάθηκαν και έφθασαν μέχρι το Κακοσκάλι και τα Τρίνησα. Πότε όμως ακριβώς έγινε η επέκταση, δεν είναι εξακριβωμένο με βεβαιότητα. Μία τέτοια σημαντική επέκταση των συνόρων ήταν τότε αναγκαία, για να απορροφηθεί ένα μέρος του υπερπληθυσμού, που ασφυκτιούσε στη Μέσα Μάνη. Στην κίνηση αυτή κύριο ρόλο διαδραμάτισε η οικογένεια Γρηγοράκη, με αποτέλεσμα ο κλάδος του Τζανήμπεη να εγκατασταθεί στο Μαυροβούνι και το Γύθειο και ο κλάδος του Αντώνμπεη, δηλαδή οι Κουτσογρηγοριάνοι, στο Βαθύ. Εκτός από τους Γρηγοράκηδες πολλοί ακόμη Μανιάτες, που τους ακολούθησαν στην επιδρομή εναντίον των Τούρκων, κατέλαβαν και αυτοί κτήματα για να εγκατασταθούν στη νεοαποκτηθείσα περιοχή.

Δημοσκοπήσεις

Τι θα θέλατε περισσότερο από τον Δήμο

Αποτελέσματα

Καιρός Χώρα Μεσσηνίας


Created and Supported site by techelp.gr