Η ΜΑΝΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1715-1821) Μέρος 16ο

Η ανατολική λεγεώνα
Η κατάληψη του Μυστρά Στην Προσηλιακή Μάνη σχηματίστηκε η Ανατολική Λεγεώνα, στην οποία αποσπάστηκαν 20 Ρώσοι στρατιώτες με το λοχαγό Μπάρκωφ και τον Ελληνα υπολοχαγό Ψαρό, ο οποίος ήταν πλοίαρχος σε εμπορικό σκάφος και όταν πληροφορήθηκε για τη ρωσική εκστρατεία στην Πελοπόννησο έσπευσε να ακολουθήσει. Η λεγεώνα αυτή πρώτα αντιμετώπισε τους Τουρκοβαρδουνιώτες, οι οποίοι πανικόβλητοι έφυγαν για να φυλαχθούν στο Μυστρά. Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι δεν αναφέρεται πουθενά το κάστρο του Πασσαβά, στην πορεία της Ανατολικής Λεγεώνας προς το Μυστρά. Ισως αυτό σημαίνει ότι σε προηγούμενο χρόνο είχε εγκαταλειφθεί από τους Τούρκους.

Ταυτόχρονα με τη Δυτική Λεγεώνα η οποία κατέλαβε την Αρκαδιά, ξεκίνησε και η Ανατολική με τον Αντώνιο Ψαρό και τον Μπάρκωφ. Πριν όμως να φθάσει στο Μυστρά αντιμετώπισε με επιτυχία μια ενέδρα από χίλιους περίπου άνδρες, την οποία διέλυσε ο Μπάρκωφ. Ο Μυστράς φανερώθηκε μπροστά τους και όσος ενθουσιασμός υπήρχε στο ελληνικό στρατιωτικό σώμα, άλλος τόσος πανικός χαρακτήριζε τον τουρκικό πληθυσμό.

Ο Cl. Rulhiere περιγράφει με τα ακόλουθα λόγια την κατάληψη του Μυστρά: “...Σε αυτή την πεδιάδα που υπήρξε μάρτυρας τόσων θαυμάτων, μερικές εκατοντάδες Τούρκοι ήταν κρυμμένοι πίσω από τους φράχτες, στο μέρος που θα έβγαινε η Λεγεώνα της Σπάρτης.

Μόλις είδαν τις στολές των Ρώσων στρατιωτών, φώναξαν: «Δεν είναι Ελληνες, είναι Μοσχοβίτες» και άρχισαν να τρέχουν προς το Μυστρά, πετώντας στο δρόμο τα όπλα τους, τα γιαταγάνια τους, ακόμη και τα παπούτσια τους για να τρέχουν γρηγορότερα. Ετρεξαν στην ακρόπολη, όπου ήδη είχαν κρυφτεί οι γυναίκες τους, τα παιδιά τους, ο Μπέης, ο Καδής και όλοι οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης. Η πόλη έμεινε αφύλαχτη.

Μια αντάρα απλώθηκε, πως όλες οι πλαγιές ήταν στην κατοχή των Ρώσων και ότι ο στρατός διέσχιζε τα βουνά. Ο Ψαρός επί κεφαλής της λεγεώνας του, επιβάλλοντας όσο μπορούσε την τάξη στο στράτευμά του, διέσχισε αυτήν την πόλη χωρίς αντίσταση.

Στους πρόποδες της ακρόπολης, αλλά ψηλότερα από την άλλη πόλη, είναι το επισκοπικό μέγαρο, το οποίο είναι το μητροπολιτικό κέντρο και το συνηθισμένο κατάλυμα του αρχιεπισκόπου, που περιβάλλεται από χοντρά τείχη, εκεί ο Ψαρός οποθέτησε φρουρά από δώδεκα Ρώσους και όσους φορούσαν ρωσική στολή. Οι Τούρκοι υποχωρώντας κατατρομαγμένοι έστειλαν πρεσβεία για να παραδοθούν, πιστεύοντας ότι η πρότασή τους θα γινόταν δεκτή, εκκένωναν την ακρόπολη και κατέφευγαν στο μητροπολιτικό μέγαρο με τα όπλα τους και τις οικογενειές τους, για να αποτραβηχτούν αργότερα όπου θα ήθελαν. Τους πρόλαβε όμως η πιο άγρια ράτσα των Μανιατών, που έφθασε από τα βουνά και λεηλατώντας το Μυστρά ανέβηκε πάνω στο βράχο που βρίσκεται η ακρόπολη και σκαρφαλώνοντας στις επάλξεις, που ήταν ερειπωμένες, άρχισαν να λεηλατούν και να σφάζουν τους Τούρκους χωρίς διάκριση φύλου και ηλικίας. Αυτοί τρομαγμένοι έφυγαν από την ακρόπολη και έτρεξαν στο μητροπολιτικό μέγαρο, καταδιωκόμενοι από τους ορεσίβιους και μπαίνουν στην εκκλησία, που ήταν άσυλο και το σέβονταν στην Ελλάδα ακόμη και στον καιρό των ψεύτικων Θεών. Ο αρχιεπίσκοπος και όλοι οι ιερείς με τα επισκοπικά άμφια και το σταυρό στο χέρι κύκλωσαν την εκκλησία και παρακαλούσαν αυτούς τους άρπαγες στο όνομα του ίδιου Θεού για τον οποίο και εκείνοι πολεμούσαν να μη βεβηλώσουν το ναό.

Ο σεβασμός που υπάρχει σταμάτησε αυτούς τους οργισμένους, αλλά αμέσως σκόρπισαν για να λεηλατήσουν τα σπίτια των Τούρκων και πολλές εκατοντάδες Εβραίων και Ελλήνων πλήρωσαν με τη ζωή τους την προσπάθεια να υπερασπιστούν τα σπίτια τους. Αυτοί οι άρπαγες έφυγαν μεταφέροντας τα λάφυρα στα βουνά τους και μετά την αποχώρησή τους ο Ψαρός έγινε κυβερνήτης όλης της περιοχής της Σπάρτης. Ο αρχιεπίσκοπος, ο προεστός και οι γέροντες συγκεντρώθηκαν για να σχηματίσουν τη νέα κυβέρνηση. Περισσότεροι από 3.000 Ελληνες ή Μανιάτες από ράτσες λιγότερο άγριες, έτρεξαν στο Μυστρά και σχημάτισαν τη νέα φρουρά της πόλης μισθοδοτούμενοι από αυτή τη νέα σύγκλητο, που διαχειριζόταν όλο το εθνικό εισόδημα.

Οι Τούρκοι και οι οικογένειές τους που έφυγαν από την ακρόπολη, πιστεύοντας ότι όλη η Πελοπόννησος είχε εξεγερθεί, δεν θέλησαν να βρουν ένα άλλο άσυλο από το μητροπολητικό μέγαρο, όπου είχαν σώσει τη ζωή τους. Εμειναν κλεισμένοι και τους φύλαγαν δώδεκα Ρώσοι στρατιώτες και Ελληνες του Μυστρά’’.

Στο ημερολόγιο του Γκρέυγκ αναφέρονται οι όροι παράδοσης του Μυστρά.

Οι παραδιδόμενοι θα κρατούσαν τα όπλα τους, αλλά με την υποχρέωση να μην πολεμήσουν στον παρόντ πόλεμο εναντίον των Ρώσων. Η περιουσία τους κινητή και ακίνητη θα παραδιδόταν στους νικητές και θα εξασφαλιζόταν η ελευθέρα αναχώρησή τους. Με βάση τη συνθήκη αυτή 3.500 ένοπλοι Τούρκοι κατέθεσαν όπλα και αποσκευές.

Οι Μανιάτες κατακρίθηκαν για τις ωμότητές τους σε βάρος των Τούρκων, που είχαν σαν αποτέλεσμα να εξεγείρουν το θρησκευτικό φανατισμό των Τούρκων και τους ανάγκασε στα άλλα μέρη να αμύνονται επίμονα παρά να παραδίδονται. Μόνο ο Γκρέυγκ καταλόγισε στους Μανιάτες άγνοια των κανόνων του πολέμου και τις απέδωσε στη μέθη της επιτυχίας τους, αλλά και στην ωμότητα της μεταχείρισής τους στα προηγούμενα χρόνια από τους κατακτητές.

Στο Μυστρά ο Αντώνιος Ψαρός αυτοχειροτονήθηκε ‘’Διοικητής της Σπάρτης και των περιχώρων’’ και συνεκάλεσε συνέλευση με τον αρχιεπίσκοπο και τους δημογέροντες, για να σχηματίσουν τοπική κυβέρνηση. Ανέλαβε τη διαχείριση των δημοσίων προσόδων και οργάνωσε πολιτοφυλακή αποτελουμένη από 3.000 Μανιάτες και Λακεδαιμόνιους.

Οι Ελληνες ενθουσιάστηκαν με την κατάληψη του Μυστρά, πολλοί πήραν τα όπλα και παράλληλα κυκλοφόρησαν φήμες που τους έκαναν να πιστέψουν ότι ελευθερώνονται. Τις διαδόσεις αυτές επικύρωναν οι φόβοι των Τούρκων.

Ο Σουλεϊμάν Πενάχ έγραψε ότι στο Μυστρά κατέφυγαν Οθωμανοί και από τα γύρω χωριά και ενώ συγκεντρώθηκαν χίλιοι πεντακόσιοι Τούρκοι, οι πρόκριτοι παραδόθηκαν και εγκατέλειψαν τα όπλα τους και τα υπάρχοντά τους, με τη συμφωνία να τους αφήσουν να φύγουν. Οι Ελληνες δεν τήρησαν τη συμφωνία και σκότωσαν όσους ήταν ικανοί για πόλεμο και αιχμαλώτισαν τους υπόλοιπους και τα παιδιά. Στο Μυστρά βρέθηκαν και καμιά πενηνταριά Αλβανοί (Τουρκοβαρδουνιώτες;), οι οποίοι δεν παρέδωσαν τα όπλα τους και διέφυγαν στην Τριπολιτσά. Στη διάρκεια όμως της πορείας τους μερικοί από αυτούς σκοτώθηκαν από τους Ελληνες.

Η καταστροφή στην Τριπολιτσά Στο Μυστρά ο Ψαρός και ο Μπάρκωφ επισκεύασαν τα τείχη της πόλης και είδαν ότι η νίκη τους ξεσήκωσε τους κατοίκους και συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός στρατιωτών, ανερχόμενος σε 8.000. Σε αυτούς θα πρέπει να υπολογίσουμε και έναν σημαντικό αριθμό από Κλέφτες του Μοριά, που έσπευσαν να βοηθήσουν την επανάσταση. Ακόμη μαζί τους ακολουθούσε και μεγάλος αριθμός, ίσως άλλοι τόσοι, από γυναικόπαιδα με σκοπό τη λαφυραγωγία. Μερικοί είχαν μαζί τους σάκκους, άλλοι δε έφεραν και γαϊδούρια για τη μεταφορά των λαφύρων.

Η Ανατολική Λεγεώνα στις 26 Μαρτίου / 6 Απριλίου βάδισε κατά της Τριπολιτσάς. Πορευόμενοι έφθασαν στο Λεοντάρι, όπου με έκπληξη είδαν μικρό απόσπασμα Ρώσων αποτελούμενο από έναν υπολοχαγό με 20 στρατιώτες, ένα λοχία πυροβολικού με δύο πυροβόλα, ένα δεκανέα και 20 ναύτες, που τους είχε στείλει ο Θεόδωρος Ορλώφ, όταν ακόμη πολιορκούσε την Κορώνη.

Χωρίς να συναντήσει κανένα εμπόδιο η στρατιά του Μυστρά έφθασε μπροστά στην Τρίπολη, η οποία τότε δεν ήταν περιτειχισμένη. Οι Τούρκοι βγήκαν από την πόλη για να αντιμετωπίσουν τους επαναστάτες. Εν τω μεταξύ είχαν πληροφορηθεί γιά τη μεταχείριση που είχαν οι Τούρκοι του Μυστρά και η πρόταση που τους έγινε για παράδοση, απορρίφθηκε χωρίς δισταγμό.

Η δύναμη των Τούρκων της Τριπολιτσάς ανερχόταν σε 6.000 άνδρες, μέρος των οποίων ήταν ιππείς. Οι πρώτες ενισχύσεις ήταν χίλιοι Αλβανοί από τους οποίους οι 500 ήταν έφιπποι. Αυτοί αρχικά είχαν περάσει από την Κόρινθο και την Αργολίδα, όπου και με την εμφάνισή τους διαλύθηκαν οι εκεί επαναστάτες και έφθασαν στην Τρίπολη έγκαιρα λίγο πριν από τη σύγκρουση.

Ο Μπάρκωφ ήταν βέβαιος, ότι και στην Τρίπολη θα επαναλαμβανόταν ο θρίαμβος του Μυστρά και μελετούσε πώς θα προφυλάξει τους Τούρκους από τη σφαγή. Παρέταξε το στρατό του στα Τρίκορφα, τα υψώματα που βρίσκονται δυτικά και βόρεια της πόλης.

Ετοίμασε μια πυροβολαρχία με τα δύο κανόνια που είχε στείλει ο Θεόδωρος Ορλώφ και κτυπούσε τον τουρκικό προμαχώνα, πίσω από τον οποίο είχαν οχυρωθεί οι Τούρκοι. Πριν από τη μάχη μέσα στην Τρίπολη έγιναν σφαγές χριστιανών.

Οι Αλβανοί και οι Τούρκοι δεν έκαναν κατά μέτωπο επίθεση στην ελληνο-ρωσική παράταξη, αλλά τους πλαγιοκόπησαν και μέσα σε μιά ώρα τους διέλυσαν.

Ο αριθμός των σφαγέντων Μανιατών ήταν μεγάλος. Η κανονοστοιχία των Ρώσων αποτέλεσε λάφυρο των νικητών.

Οι Τούρκοι στο πεδίο της μάχης αναγνώρισαν μεταξύ των Ελλήνων νεκρών ορισμένους Τριπολιτσιώτες και γυρίζοντας στην πόλη επιδόθηκαν σε νέες σφαγές. Η λεηλασία και οι σφαγές των Ελλήνων συνεχίστηκαν μέχρι που έφθασε ο αρχηγός των Αλβανών Οσμάν μπέης και τις σταμάτησε. Από ένα βραχύ ιστορικό χρονικό, που δημοσίευσε ο Τ. Γριτσόπουλος, μαθαίνουμε λεπτομέρειες για τις συνέπειες της μάχης που έγινε στην Τρίπολη στις 29 Μαρτίου / 9 Απριλίου 1770: “Μαρτίου κθ’ τη Αγία και Μεγάκη Δευτέρα, ωσεί ώρα η’, πολύ πλήθος Μανιατών και άλλων Μοραϊτών, φέροντες εις σημείον βασιλικού στρατεύματος και τεσσαράκοντα Ρώσους ήλθον εις την Τριπολιτσάν, την του ηγεμόνος καθέδραν και ημετέραν πατρίδα εις το μέρος ονομαζόμενον Αγιος Βασίλειος, οι δε εκεί ευρισκόμενοι Τούρκοι ξένοι τε και εντόπιοι λαμβάνοντες είδησιν εξήλθον άπαντες μετά πολλών αρμάτων εις προϋπάντησίν τους και διαστάσης ωσεί ώρα μιά, οι μεν νικηθέντες επήλθον εις τα οπίσω, οι δε νικήσαντες και θυμού εμπλησθέντες πολλούς ή μάλλον ειπείν πάντας τους εκεί χριστιανούς ανείλον μαχαίρα...

Τόση άδικος σφαγή έγινε εις αυτήν την δύστηνον χώραν, ώστε οπού αι οικίαι και δρόμοι εγέμισαν αίμα και ει μη από θείων ανδρών προς Κύριον εντεύξεις την επιούσαν δεν επρόφθανεν ο τω όντι ευσπλαγχνικώτατος Ουσουμάνμπεης, μήτε καν όνομα χριστιανού εις την πόλιν ταύτην εσώζετο... Εκκλησίαι, μοναστήρια και σχολεία κατεστράφησαν και ηφανίσθησαν, άπειρα πλήθη αθλίων χριστιανών, ιερωμένων τε και λαϊκών..., ανδρών τε και γυναικών, νέων τε και γερόντων, παρθένων τε και απειροκάλων βρεφών, δορυάλωτοι, εις τα πέρατα της οικουμένης διασπαρέντες...’’.

Στο χειρόγραφο του Σουλεϊμάν Πενάχ αναφέρεται σχετικά ότι ο αναπληρωτής του πασά του Μοριά (Μουτεσελίμης) φάνηκε δειλός και δεν έμεινε στην Τριπολιτσά, να αποκτήσει φήμη, αλλά πήγε στο Ναύπλιο. Στην Τριπολιτσά συγκεντρώθηκαν πολλοί Τούρκοι από τη γύρω περιφέρεια. Εκεί βρέθηκε ο Χατζή Αλή αγάς από τα Φάρσαλα με τους στρατιώτες του, που είχαν προστρέξει σε βοήθεια, καθώς και άλλοι αρχηγοί στρατιωτικών σωμάτων (μπουλουκμπασήδες). Τότε εμφανίστηκαν 20.000 και πολιόρκησαν την πόλη. Αρχικά ο άνεμος έφερνε τη σκόνη προς το μουσουλμανικό στρατόπεδο, όμως άλλαξε η κατεύθυνση του ανέμου και η σκόνη στράφηκε προς το χριστιανικό στρατόπεδο, οι πυροβολητές του οποίου δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν τα κανόνια τους παρά μία μόνο φορά.

Εγινε ηρωική επίθεση των Τούρκων και μη μπορώντας οι Ελληνες να τους αναχαιτίσουν το έσκασαν άτακτα. Ο ερχομός και η αποχώρησή τους κράτησε μισή ώρα, ενώ στη μάχη σκοτώθηκαν πάμπολλοι χριστιανοί.

Στα απομνημονεύματά του ο Νικηταράς Σταματελλόπουλος ανέφερε για τη μάχη της Τριπολιτσάς τα ακόλουθα: “...Ενας γέροντας Αρβανίτης, βλέποντας τες ράχες, όχι από πολεμικούς γεμάτες, γνωμοδοτεί να βγουν να πολεμήσουν. Βγαίνουν τσακίζουν οι περισσότεροι. Οι Μανιάτες και οι Ρούσσοι πολεμούν. Οι Ρούσσοι σκοτώνονται. Ο Αλέξης ζώνεται τη σημαία λαβωμένος.

Φεύγει στην Κορώνη. Οι Τούρκοι πάνε κατά τη Μάνη, πλην δεν ημπόρεσαν να προοδεύσουν. Επειτα σαράντα χιλιάδες Αρβανίτες εμβαίνουν. Τότε έμειναν οι κλέφτες με το έμβα των Αλβανών. Οι προεστοί έμειναν. Επειτα ήλθε ο Καπετάμπεης...’’.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Η ΜΑΝΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1715-1821) Μέρος 16ο Του Σταύρου Καπετανάκη Η νεκρόπολη του Μυστρά