Η ΜΑΝΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1715-1821) Μέρος 15ο

Η λύση της πολιορκίας της Κορώνης Προηγουμένως έγινε λόγος για την κακή έκβαση της πολιορκίας της Κορώνης. Οι Τούρκοι όταν είδαν τις μικρές δυνατότητες των πολιορκητών δεν δέχθηκαν να συνθηκολογήσουν. Το πυροβολικό δεν δημιούργησε κανένα ρήγμα στο τείχος, αλλά και το λαγούμι (υπόνομος) εντοπίστηκε από τους πολιορκημένους και εξουδετερώθηκε.

Η έλλειψη προόδου στην πολιορκία της Κορώνης έφερε τη διχόνοια στους ηγέτες της επιχείρησης. Αναφέρεται ότι: “...Η αποτυχία και η παράταση της πολιορκίας δεν εβράδυνε να διεγείρωσι δυσαρεσκείας μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων. Και οι μεν Ρώσοι κατηγόρουν τους Ελληνες ως παραστήσαντας υπερβολικάς τας επικουρίας, ας θα εύρισκον εν τη χώρα των, οι δε Ελληνες, ότι οι Ρώσοι εμεγάλυναν τας δυνάμεις, ας προετίθεντο να οδηγήσωσι εις Πελοπόννησον...”.

Ο Μαυρομιχάλης απευθυνόμενος στο Θεόδωρο Ορλώφ του είπε: “Καταστρέψατε τα σπίτια των Ελλήνων και αγνοείτε την τέχνη να πολιορκείτε τα κάστρα των Τούρκων...”. Ο Ρώσος ενοχλημένος θέλησε να απαντήσει, αλλά ο Μαυρομιχάλης του είπε: “Ακόμη και αν έχης υπό τις διαταγές σου όλο το στρατό της αυτοκρατείρας σου, θα είσαι ένας σκλάβος, ενώ εγώ αρχηγός ενός ελεύθερου λαού, και αν η μοίρα με έκανε τον τελευταίο άνθρωπο, το κεφάλι μου θα άξιζε περισσότερο από το δικό σου”. Σε αυτά τα λόγια και οι δύο έφεραν τα χέρια τους στα πιστόλια, αλλά ο ένας σταμάτησε από περιφρόνηση και ο άλλος από φόβο... Ο Ε.Υemeniz έγραψε ότι η διαμάχη ήταν μεταξύ του Μαυρομιχάλη και του πρίγκιπα Δολγορούκωφ και όχι του Θ. Ορλώφ. Ομως ο συγγραφέας αυτός δεν είναι πάντοτε αξιόπιστος και δεν είναι γνωστό από πού έλαβε την πληροφορία αυτή.

Παρεμφερής διάλογος αναφέρεται ότι έγινε μετά από χρόνια μεταξύ του Τζανέτμπεη Κουτούφαρη και του διερμηνέα του τουρκικού στόλου Νικολάου Μαυρογένη το 1779. Ο Τζανέτμπεης φέρεται ότι του είπε: “Επρεπε να γνωρίζης, ότι είμαι σου ανώτερος, συ μεν είσαι δούλος δεσπότου, από εν νεύμα του οποίου εξήρτητε η κεφαλή σου, εγώ δε άρχων τεσσαράκοντα χιλιάδων λαού ελευθέρου, καυχωμένου διά την καταγωγήν του και ουδέποτε κλίναντος τον αυχένα εις τον τουρκικόν ζυγόν”.

Πληροφορίες από την Τρίπολη ανέφεραν ότι εκεί συγκ ντρώνονταν τουρκο-αλβανικές δυνάμεις και υπήρχε ανάγκη να εξασφαλιστεί ένα οχυρωμένο σημείο άμυνας, που να διαθέτει και λιμάνι για τα πλοία, γιατί το λιμάνι του Οιτύλου δεν ήταν ασφαλές για όλες τις καιρικές συνθήκες.

Με την άσκοπη πάροδο του χρόνου έγινε αντιληπτό ότι η παράταση της πολιορκίας της Κορώνης δεν επρόκειτο να φθάσει σε επιτυχία. Ο Θεόδωρος Ορλώφ πήρε την απόφαση να λύσει την πολιορκία. Με την άφιξη στην Πελοπόννησο του αδελφού του Αλέξιου και την ενημέρωσή του, αποφασίστηκε η άμεση λύση της πολιορκίας. Προτιμήθηκε η εγκατάσταση στο Ναβαρίνο, το οποίο είχε στο μεταξύ καταληφθεί από τα ρωσικά στρατεύματα, η κατοχή του οποίου εξασφάλιζε μεγάλο και ασφαλές λιμάνι. Ο Αλέξιος επιστάτησε προσωπικά στην αποχώρηση των πολιορκητών από τη Κορώνη και η πολιορκία λύθηκε χωρίς αποτέλεσμα.

Φεύγοντας οι Ρώσοι στις 13/24 Απριλίου από την Κορώνη, οι Τούρκοι ρίχτηκαν πάνω στους Ελληνες και άρχισαν να τους κατασφάζουν. Οσοι πρόλαβαν, πήραν τα γυναικόπαιδα και πήγαν στην παραλία για να επιβιβαστούν στα πλοία. Αναφέρεται ότι ο Αλέξιος Ορλώφ αρνήθηκε τη γενική επιβίβαση και μέρος από αυτούς βρήκαν τη σωτηρία σε πλοία ζακυνθινά, ενώ άλλοι βάδισαν μέχρι το Ναβαρίνο. Στο ημερολόγιο του Γκρέυγκ αναγράφεται ότι ο Αλέξιος Ορλώφ έδωσε εντολή να επιβιβάσουν στα πλοία τους γέρους και τους άμαχους, γιατί κατάλαβε ότι τους περίμενε η εκδίκηση των Τούρκων.

Για τη συνεργασία Μανιατών και Ρώσων αναφέρονται από τον Π.

Κοντογιάννη τα ακόλουθα: “...Και προσήλθον μεν προς τον Θεόδωρον, πολιορκούντα την Κορώνην, απεσταλμένοι των επαρχιών, ζητούντες επικουρίας και όπλα, αλλ’ ούτος μόνον υποσχέσεις έδιδεν εις αυτούς, μόνον αναβολάς προέτεινεν. Διά τούτο μόνον ολίγοι Μανιάται κατετάχθησαν εις τας δύο λεγεώνας, ή μετέσχον της πολιορκίας της Κορώνης. Εν τούτοις και πλείονες εάν προσήρχοντο, τα αποτελέσματα θα ήσαν τα αυτά, και ούτως ή άλλως δεν θα εδικαιούντο αι πολλαί ελπίδες αίτινες είχον στηριχθή εις αυτούς. Διότι οι Μανιάται ήσαν μεν πολεμικοί και ασπονδότατοι των Τούρκων εχθροί, δυσκόλως όμως υπεβάλλοντο εις πειθαρχίαν και έρρεπον προς την αταξίαν και την αρπαγήν ένεκα του βίου αυτών καθόλου και των πατροπαραδότων έξεων.

Ειθισμένοι εκ παίδων να επιτρέχωσιν τας περί την Μάνην χώρας καθ’ ομάδας υπό εντοπίους αρχηγούς, έχοντας παρ’ αυτοίς το κύρος αδιαφιλονίκητον, αποσυρόμενοι δε, όποτε εδιώκοντο υπό πολυαρίθμου εχθρού, εις τα δυσπρόσιτα αυτών όρη, αδύνατον ήτο διά μιάς και διά μαγείας να αναγνωρίσωσι την αρχηγίαν ξένου και ξενοτρόπου αρχηγού, όστις ηγνόει την γλώσσαν των, και ον πρώτην φοράν έβλεπον. Εργον δε δυσχερές αναλάμβανεν ο επιχειρών να παρατάξη αυτούς εις γραμμήν, να αναγκάση αυτούς να δεχθώσι τας διαταγάς του ή να παραμείνωσι επί πολύ πολιορκούντες εν φρούριον άνευ τινός ωφελείας, ενώ εκείνοι κατά τας επιδρομάς αυτών είχον πρόχειρον την λείαν, εξ ης επορίζοντο τα προς το ζην. Εντεύθεν οι Μανιάται εδυσπίσθησαν και διετέθησαν δυσμενώς προς τους Ρώσους ευθύς εξ αρχής...”.

Στα λόγια του Π. Κοντογιάννη θα μπορούσε να προστεθεί ότι έτσι εξηγείται η εντύπωση των Ρώσων ότι οι Μανιάτες δεν ήταν γενναίοι.

Οι Ρώσοι αγνοούσαν την τοπικήν ιστορίαν και δεν κατανοούσαν γιατί οι Βενετοί χρησιμοποιούσαν τους Μανιάτες με επιτυχία. Συνδύαζαν τον τακτικό στρατό τους με τα άτακτα σώματα των Μανιατών, οι οποίοι δελεαζόμενοι από τη λαφυραγωγία, ενεργούσαν ορμητικές εφόδους και προκαλούσαν σύγχυση και διάλυση των εχθρικών γραμμών. Δεν είχαν εκπαίδευση γιά να αντιμετωπίζουν σε παράταξη τακτικό στρατό ή μεγάλα στρατιωτικά σώματα και πολύ περισσότερο ιππικό. Δεξιοτεχνία είχαν εκτός από τις ορμητικές επιθέσεις και στον αμυντικό πόλεμο, όταν υπεράσπιζαν οχυρές θέσεις, και ακόμη στις ενέδρες σε στενωπούς της ιδιαίτερης πατρίδα τους.

Οι Ρώσοι ήταν έξω από την πραγματικότητα, νόμιζαν πως οι Ελληνες μπορούσαν να διώξουν τους Τούρκους από τον τόπο τους, αλλά τους έλειπε ο ενθουσιασμός και ήρθαν αυτοί με τις προκηρύξεις τους για να τους ενθουσιάσουν. Η λύση της πολιορκίας της Κορώνης είχε δυσμενή επίδραση στην ψυχολογία των Ελλήνων, γιατί φάνηκε πως ο αριθμός των Ρώσων ήταν ανεπαρκής για πολιορκία. Οι Μανιάτες του Μαυρομιχάλη δυσαρεστημένοι για τη λύση της πολιορκίας της Κορώνης, δεν ακολούθησαν τους Ρώσους στον αποκλεισμό της Μεθώνης, αλλά έφυγαν για να φυλάξουν το στενό του Ριζόμυλου, που ελέγχει τους δρόμους οι οποίοι από το Νησί οδηγούν τόσο προς την Κορώνη όσο και προς το Ναβαρίνο (Πύλο).

Ο Τούρκος Σουλεϊμάν Πενάχ γράφει στο χειρόγραφό του πολύ λίγα λόγια για την από ξηρά και θάλασσα πολιορκία της Κορώνης.

Κράτησε μόνο μερικές ημέρες και έγιναν άχες χωρίς αποτέλεσμα. Μετά την αποτυχία τους οι Ρώσοι και οι Ελληνες έλυσαν την πολιορκία τους απελπισμένοι.

Η άλωση του Ναβαρίνου Η αποτυχία της πολιορκίας του κάστρου της Κορώνης ανάγκασε το ναύαρχο Σπυριδώφ, ο οποίος είχε τη βάση των πλοίων του στο Οίτυλο, να αναζητήσει άλλο ορμητήριο του στόλου. Επέλεξε τον κόλπο του Ναβαρίνου, που αποτελούσε ασφαλές και ευρύχωρο λιμάνι. Αλλωστε επρόκειτο σύντομα να φθάσει και ο Αλέξιος και το λιμάνι του Οιτύλου δεν εξασφάλιζε το στόλο από όλους τους ανέμους.

Προηγουμένως όμως θα έπρεπε να υπερνικηθεί το εμπόδιο που αποτελούσε το Ναβαρίνο, δηλαδή το γνωστό ως κάστρο της Πύλου.

Η επιχείρηση αυτή ανατέθηκε στο Ρώσο ταξίαρχο του πυροβολικού Αννίβα, που ήταν αφρικανικής καταγωγής. Στις 4/15 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, κατευθύνθηκε με μικρό αριθμό πλοίων στο λιμάνι του Ναβαρίνου και κατά την είσοδό του αντάλλαξε πυρά με τα κανόνια του φρουρίου. Αποβίβασε το στρατό του και αφού ενώθηκε με τη Δυτική Λεγεώνα, που διοικούσε ο Δολγορούκωφ, η οποία είχε καταλάβει την Κυπαρισσία, άρχισε η πολιορκία του Ναβαρίνου. Στη λεγεώνα αυτή υπήρχε συμμετοχή Μανιατών, την οποία, όπως σημειώνεται παρακάτω, ορισμένοι θεωρούν σχεδόν ανύπαρκτη. Πάντως από το Ναβαρίνο έφυγε ο Πιέρος Μαυρομιχάλης και πήγε στο Νησί, γιά να περιορίσει τις γενόμενες εκεί αταξίες.

Ο Αννίβας χωρίς χρονοτριβή οργάνωσε δύο πυροβολαρχίες σε γειτονικά υψώματα και βομβαρδίζοντας ασταμάτητα το Ναβαρίνο, του δημιούργησε ρήγμα. Ο Τούρκος φρούραρχος, φοβούμενος έφοδο των πολιορκητών του και σφαγή των υπερασπιστών του Ναβαρίνου, συμφώνησε να παραδώσει τα όπλα και τα πυρομαχικά του κάστρου, τα οποία δεν ήταν ευκαταφρόνητα σε ποσότητα. Στις 10 Απριλίου οι Ρώσοι μπήκαν στο φρούριο και όπως αναφέρεται, επειδή η επιτυχία αυτή των Ρώσων έγινε σχεδόν χωρίς την αξιόλογη σύμπραξη των Μανιατών, ανύψωσε το γόητρό τους, το οποίο είχε καταπέσει με την αποτυχία της πολιορκίας της Κορώνης. Οπως προέβλεπε η συμφωνία, η τουρκική φρουρά και τα γυναικόπαιδα αποχώρησαν με αγγλικό πλοίο και πήγαν στα Χανιά της Κρήτης.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή: “...πολιορκηθείσα η Πύλος υπό του Αννίβα παρεδόθη μετά εξαήμερον πολιορκίαν. Η συνθήκη, δι’ ης παρεχωρείτο η ζωή τη τουρκική φρουρά, ει και υπογραφείσα και υπό του προξένου της Γαλλίας δεν εσεβάσθη υπό των Μανι τών, οίτινες κατασφάξαντες αυτούς παρέδωκαν την πόλιν εις τας φλόγας...”.

Ο Σουλεϊμάν Πενάχ για την άλωση του κάστρου του Ναβαρίνου έγραψε ότι πολιορκήθηκε με κανόνια από ξηρά και από θάλασσα και για μερικές ημέρες πιέστηκε. Οταν κατέρρευσε μια πλευρά του τείχους, το κάστρο παραδόθηκε στους Ρώσους και οι Τούρκοι έφυγαν για την Κρήτη και τη Ναύπακτο.

Για την επιτυχία των ρωσο-ελληνικών δυνάμεων ο Τ. Γριτσόπουλος σημειώνει: “...Η άλωσις του Ναβαρίνου και η επίδρασις του ευτυχούς γεγονότος επί του ηθικού των επαναστατών έδωκε προς στιγμήν ζωηρότητα εις τας κινήσεις, διότι όντως υπήρξε μία επιτυχία των Ρώσων, η μόνη σχεδόν εν Πελοποννήσω, και έδωκεν εις αυτούς ασφαλή λιμένα και θάρρος.

Ο Σπυριδώφ παραλαβών το φρούριον και την πόλιν επεδόθη μετά σπουδής εις επισκευήν του τείχους. Ο δε Θεόδωρος Ορλώφ έλαβε την γενναίαν απόφασιν να εγκαταλείψη επί τέλους την Κορώνην. Αλλωστε είχε λάβει πληροφορίας ότι ο ανώτατος πασάς της Πελοποννήσου, επί κεφαλής των τουρκαλβανικών δυνάμεων, ήρχετο εις βοήθειαν της πολιορκουμένης Κορώνης. Ο ταύτα πληροφορών ναύαρχος Γκρέυγκ προσθέτει ότι μέχρι της 14/24 Απριλίου αντηλλάσσοντο ασήμαντοι πυροβολισμοί. Επομένως οφείλομεν να δεχθώμεν ότι μόλις μετά την επιτυχίαν του Ναβαρίνου απεφασίσθη η εγκατάλειψις της πολιορκίας της Κορώνης, η απόφασις ελήφθη υπό του Θ. Ορλώφ...”.

Στο λιμάνι του Ναβαρίνου κατέπλευσε ο Σπυριδώφ με το στόλο του, μεταφέροντας και τα εφόδια, τα οποία είχε προηγουμένως αποθέσει στο λιμάνι του Οιτύλου. Στη συνέχεια έφθασε στο Ναβαρίνο και ο Αλέξιος Ορλώφ, ο οποίος, αφού πληροφορήθηκε την όλη κατάσταση, ανέλαβε τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Πρώτο του μέλημα, όπως αναφέρθηκε, ήταν να αποχωρήσουν τα στρατεύματα από την Κορώνη και να στραφούν όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις για την κατάληψη της Μεθώνης.

Στην επιτυχία της κατάληψης του Ναβαρίνου θα πρέπει να τονίσουμε ότι συνέβαλε η ταχύτητα και αποφασιστικότητα με την οποία κινήθηκε η ρωσική μοίρα υπό τον Αννίβα. Αλλά παράλληλα ευθύνεται και η αναποφασιστικότητα των Τούρκων της Τριπολιτσάς, οι οποίοι καθήλωσαν τις δυνάμεις τους στο κέντρο του Μοριά, μέχρι να φανεί ο τουρκικός στόλος στα παράλια της Πελοποννήσου.

Του Σταύρου Καπετανάκη