Η ΜΑΝΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1715-1821) Μέρος 13ο

Ο Θεόδωρος Ορλώφ Αφιξη των Ρώσων στο Οίτυλο Αναφέρεται ότι οι Ελληνες φοβήθηκαν μήπως οι Τούρκοι μάθουν, ότι προετοιμάζεται επανάσταση και κατά τον προσφιλή τους τρόπο αρχίσουν τις σφαγές των χριστιανών. Για το λόγο αυτό ειδοποίησαν τους Ορλώφ να φθάσουν στο συντομότερο δυνατόν χρόνο στον ελλαδικό χώρο. Πρώτος ο Θεόδωρος Ορλώφ, αναχώρησε από το λιμάνι της Μαώνα της Μινόρκας λίγο πριν από τα μέσα Φεβρουαρίου 1770 και έφθασε στη Μάλτα.

Το πλοίο του “Αγιος Ευστάθιος”, συνοδευόταν μόνο από τρία άλλα αγορασμένα πλοία. Τα υπόλοιπα πλοία της πρώτης μοίρας του Γρηγόριου Αντρέγιεβιτς Σπυριδώφ έφθασαν στη Μάλτα την επομένη ημέρα, ενώ η μοίρα του Ελφιστων θα ακολουθούσε πολύ αργότερα.

Οταν ο Θεόδωρος Ορλώφ άραξε τα πλοία του στη Μάλτα πρότεινε στο Μέγα Μάγιστρο συνεργασία.

Αυτός όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά του απαγόρευσε να μείνει στο λιμάνι. Συγκροτήθηκε τότε συμβούλιο, το οποίο αποφάσισε τα πλοία να πλεύσουν στη Μάνη. Η προτίμηση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι τα λιμάνια της Μάνης ήταν ελεύθερα και φιλικά. Ακόμη, οι Μανιάτες γνώριζαν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τον τρόπο με τον οποίον θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους.

Στις 15 Φεβρουαρίου (παλαιό ημερολόγιο) πλέοντας προς τη Μάνη ο Θεόδωρος Ορλώφ έγραψε γράμμα στον Καπετάν Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, ο οποίος φαίνεται είχε ηγετική θέση μεταξύ των άλλων καπετάνιων και ζήτησε πληροφορίες για την κατάσταση των φρουρίων του Ναβαρίνου, της Μεθώνης και της Κορώνης. Ρωτούσε ακόμη για τις ετοιμασίες των Τούρκων και ήθελε να του στείλουν έναν πλοηγό, για να τον οδηγήσει με ασφάλεια στο λιμάνι του Οιτύλου και να γίνει εκεί συγκέντρωση όλων των καπετάνιων. Την επόμενη ημέρα (16 Φεβρουαρίου) μπήκε στο λιμάνι του Οιτύλου μια φρεγάτα από το Μαυροβούνιο με τον επίσκοπο και 50 στρατιώτες σλαβικής καταγωγής. Ηταν η μικρή βοήθεια που ερχόταν από τις βόρειες Βαλκανικές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Στις 17/28 Φεβρουαρίου 1770 αποβιβάστηκε στο Οίτυλο ο Θεόδωρος Ορλώφ. Μαζί του έφθασαν ο Στέφανος Μαυρομιχάλης και ο Αντώνιος Ψαρός, ο οποίος είχε συμβουλεύσει να στείλουν στολές Ρώσων στρατιωτών, για να ντυθούν πολλοί Έλληνες, επειδή η εμφάνιση των Ρώσων θα προκαλούσε φόβο στους Τούρκου . Από την πρόωρη παρουσία του Θ. Ορλώφ στη Μάνη χάθηκε το σημαντικό πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού των Τούρκων.

Από το ημερολόγιο του Αγγλου αντιναυάρχου Γκρέυγκ, ο οποίος συνόδευε το Σπυριδώφ, μαθαίνουμε ότι, όταν το πλοίο με τον Ορλώφ έφθανε στο λιμάνι του Οιτύλου, οι Μανιάτες κανονιοβολούσαν από ψηλά με μικρά κανόνια και όταν απάντησε το πλοίο στο χαιρετισμό τους, πυροβόλησαν όλοι μαζί. Στους Μανιάτες, που συγκεντρώθηκαν για την υποδοχή, ο Σπυριδώφ διάβασε προκήρυξη της Αικατερίνης, η οποία έλεγε ότι κατά τις εχθροπραξίες όλοι οι στενάζοντες υπό τον οθωμανικό ζυγό χριστιανοί “...λαμβάνοντες τα όπλα απανταχού και ένθα δυνηθώσι, να συμπράττωσι των ημετέρων στρατών...”. Σε διαταγή που εξέδωσε ο Θεόδωρος Ορλώφ στις 20 Φεβρουαρίου, προς τους καπετάνιους της Μάνης αναφέρθηκε πρώτα στη χαρά με την οποία τον δέχτηκαν και στην προθυμία με την οποία άρχισαν τον αγώνα και τους συμβούλευσε να έχουν μεταξύ τους ομόνοια. Αυτά δεν συμφωνούν με τα γραφόμενα μέχρι τώρα για διαφωνίες και για ανταλλαγή ύβρεων μεταξύ του Θεοδώρου Ορλώφ και του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.

Με την ίδια επιστολή ο Θεόδωρος Ορλώφ έκανε γνωστό στους εκεί καπετάνιους, ότι έστειλε άλλον αξιωματικό του ρωσικού στρατού στον Κ. Δημητράκη και Κ. Γρηγοράκη, για να βαδίσουν εναντίον του Μυστρά. Ο Σ. Κουγέας θεωρεί ότι ο αναφερόμενος Κ(απετάν) Δημητράκης θα ήταν ο πατέρας του Τζανήμπεη Γρηγοράκη, αλλ’ αυτός είχε πεθάνει πολύ ενωρίτερα. Πιθανώς πρόκειται για τους αδελφούς Δημήτριο-Καβαλιέρη και Γρηγόριο-Τζιγκούριο Γρηγοράκη από τους Κουτσογληγοριάνους, αν και αυτοί θα πρέπει ήταν τότε πολύ νέοι. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Θεόδωρος Ορλώφ πίστευε πως οι Τούρκοι της Πελοποννήσου θα σπεύσουν να βαφτιστούν και ζητούσε από τους Ελληνες να τους δεχθούν σαν φίλους: “...Το Ευαγγέλιό μας και η Μεγάλη Βασίλισσα μάς προστάζει να δεχθούμε όλους τους Τούρκους οπού προστρέχουν εις την εκκλησίαν μας διά να βαπτισθούν και να τους λογιάσωμεν εις το εξής διά φίλους μας, διότι η Βασίλισσα μάς έστειλεν εδώ διά να σας διαφεντεύσωμεν όχι να σας χαλάσωμεν...”.

Φαίνεται όμως, ότι υπήρξε κάποια δυσαρέσκεια για το μικρό αριθμό των πλοίων που έφθασαν και ο Θεόδωρος προσπάθησε να την διασκεδάσει με την ψευδή διάδοση, ότι ακολουθεί ο Αλέξιος με 60 πλοία να ελευθερώσει τους Ελληνες. Ο Cl. Rurhiere αναφέρει ότι: “...Οι δύο Μαυρομιχάληδες ήλθαν την ίδια ημέρα να συζητήσουνε με το Θεόδωρο. Τους διέταξε να οπλίσουν αμέσως το στρατό τους και να ειδοποιήσουν τους άλλους καπετάνιους να πάνε όσο πιο γρήγορα μπορούν στο λιμάνι του Οιτύλου.

Αλλά οι Μανιάτες δεν δέχτηκαν να αναλάβουν καμιά δέσμευση. Ζήτησαν διατύπωση όρων σύμπραξης και κυρίως να τους παρουσιάσουν ένα γραπτό από το χέρι της αυτοκράτειρας. Ο Θεόδωρος πίστεψε πως θα τους απαντούσε παρουσιάζοντάς τους τις υπογραφές με τις οποίες ζήτησαν τη βοήθειά της. Με οργή όμως είδαν ότι είχε γίνει προσπάθεια να τους πλαστογραφήσουν. Εκπληκτοι από το μικρό αριθμό αυτής της μοίρας, ήλπιζαν πολύ λίγο σε αυτή την επιχείρηση.

Αλλά όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα, σίγουροι ότι θα υπεράσπιζαν τον εαυτόν τους στα βουνά τους, είδαν με χαρά μια ευκαιρία να βγουν για να φέρουν μερικά λάφυρα και να ποτίσουν τη γη με το αίμα των Τούρκων. Υποσχέθηκαν να κάνουν ότι εξαρτιώταν από αυτούς, και παρά τη ζωηρότητα αυτών των πρώτων διαπληκτισμών συμβούλεψαν το Θεόδωρο να προχωρήσει γρήγορα από ξηρά και από θάλασσα προς το κάστρο της Κορώνης...”.

Οι Μανιάτες επί βενετοκρατίας είχαν ένα είδος αυτοδιοίκησης με τους καπετάνιους τους και ήταν δύσκολο να δεχθούν υποταγή στους Ρώσους, όπως αυτοί την εννοούσαν. Οταν έφθασε στο Οίτυλο ο Θεόδωρος Ορλώφ έστειλε απεσταλμένους στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, για να αναγγείλουν την άφιξη του ρωσικού στόλου και να καλέσουν το λαό σε εξέγερση.

Αλλά ουδεμία κίνηση άξια λόγου έγινε. Φαίνεται ότι οι Ελληνες δεν πείσθηκαν ότι επρόκειτο για σημαντική ενέργεια, αλλά για επίσκεψη μικρής μοίρας του ρωσικού στόλου. Αυτό δείχνει ότι δεν είχε γίνει η απαιτούμενη ψυχολογική προετοιμασία των Ελλήνων και η φήμη για το μικρό αριθμό των ρωσικών πλοίων προηγήθηκε των αποστόλων του Θεόδωρου Ορλώφ, που μοίραζαν την προκήρυξη της Αικατερίνης.

Οι Τουρκικές ενέργειες Μπορούμε να πούμε ότι οι δύο λαοί, Τούρκοι και Ελληνες, ζούσαν μέχρι τότε σχετικά ειρηνικά, αλλά με αμοιβαία καχυποψία. Μεταξύ των Οθωμανών κυκλοφορούσαν αόριστες φήμες για υποκινούμενη εξέγερση των Ελλήνων. Οι Τούρκοι φαίνεται ότι εκπλαγήκανε από την άφιξη των ρωσικών πλοίων στο Οίτυλο, γιατί ήταν κάτι που δεν το είχαν φανταστεί. Αλλά από τη ρωσική αδράνεια που ακολούθησε, τους δόθηκε ο απαιτούμενος χρόνος για να οργανώσουν την άμυνα και την καταστολή κάθε εξέγερσης.

Πασάς της Πελοποννήσου ήταν ο Μουσιζανδέ Μουχαμέτ, ο οποίος είχε διατελέσει προηγουμένως Μέγας Βεζύρης (πρωθυπουργός της Τουρκίας) και ήταν ικανός. Οταν φάνηκε ο ρωσικός κίνδυνος για τους Τούρκους του Μοριά, η Πύλη έστειλε στον Πασά 50.000 γρόσια για έξοδα στρατολογίας. Απαγόρευσε τις συγκεντρώσεις των Ελλήνων ακόμη και στις εκκλησίες, τις οποίες έκλεισε. Διέταξε ακόμη να αφαιρεθούν τα όπλα από τους χριστιανούς και να πουληθούν στους Τούρκους, για να εξοπλισθούν και αυτοί. Το μέτρο όμως αυτό δεν είχε γενική εφαρμογή, γιατί σε πολλά μέρη υπήρχαν καλές σχέσεις μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων, γι’ αυτό και δεν εφαρμόστηκε.

Μόλις στον ορίζοντα ξεπρόβαλαν τα ρωσικά πλοία, ο πρόξενος της Γαλλίας στην Κορώνη Λεμαίρ (Lemaire) έστειλε την είδηση στο Μόρα Βαλεσή (Πασά του Μοριά) που ήταν στο Ναύπλιο. Οταν αυτός πληροφορήθηκε την άφιξη στις ακτές του Μοριά των ρωσικών πλοίων, έλαβε σωστά μέτρα. Ο Πασάς διέταξε να γίνει συγκέντρωση των Τούρκων στην Τρίπολη, η οποία τότε δεν ήταν περιτειχισμένη και εφοδίασε την πόλη με επάρκεια τροφίμων. Συγχρόνως ζήτησε βοήθεια από τους βόρειους γείτονές του, τον Καπουδάν πασά και τους Τουρκαλβανούς, οι οποίοι έδειξαν μεγάλη προθυμία και έσπευσαν σε ένα τόπο που θα μπορούσαν να λαφυραγωγήσουν.

Αν εξετασθεί η συμπεριφορά του τουρκικού πληθυσμού στις πρώτες επαναστατικές κινητοποιήσεις, εντυπωσιάζει ο πανικός, ο οποίος επικράτησε μεταξύ τους και έτρεξαν όλοι έντρομοι να κλειστούν στα κάστρα. Βέβαια στη νότιο Πελοπόννησο άρχισαν αμέσως από τους Μανιάτες οι σφαγές των Τούρκων, οι οποίοι βρέθηκαν στα αγροκτήματά τους. Αλλά και αυτοί που κατέφυγαν στα κάστρα, χωρίς πολύ δυσκολία τα παρέδωσαν, όταν τους δόθηκε η υπόσχεση σεβασμού της ζωής τους. Αυτό έγινε στο Μυστρά και στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία).

Ανεπαρκής ήταν η αντίσταση και στο κάστρο του Ναβαρίνου, το οποίο αλώθηκε και της Κορώνης, που αν δεν παραδόθηκε, αυτό οφείλεται στην ανικανότητα του ρωσικού πυροβολικού και την αδράνεια του Θεόδωρου Ορλώφ.

Η άγνοια της γεωγραφίας από την τουρκική κυβέρνηση ήταν τέτοια, που διαμαρτυρήθηκε στη Βενετία, επειδή επέτρεψε να περάσει ο ρωσικός στόλος, νομίζοντας ότι η Βαλτική θάλασσα ενώνεται με την Αδριατική. Οι Τούρκοι του Μοριά είχαν εγκαταλείψει παντελώς την αμυντική προετοιμασία του τόπου.

Δεν είχαν πυροβολικό και οι φρουρές των κάστρων ήταν ολιγάριθμες και αγύμναστες. Με άλλα λόγια δεν ήταν εμπειροπόλεμοι, γιατί δεν τους είχε δοθεί η ευκαιρία της συμμετοχής σε πόλεμο, αλλά ήταν δειλοί και άτολμοι. Δεν φρόντιζαν για την αμυντική προστασία του τόπου τους, “...είχον απομάθη την στρατιωτικήν τέχνην, και ήσαν βεβυθισμένοι εις την χαυνότητα και την διαφθορά...”. Οι Ελληνες είχαν εμπειροπόλεμα τμήματα τους Μανιάτες και τους κλέφτες, γι’ αυτό είχαν επιτυχίες στις μάχες εκ παρατάξεως. Οι Τούρκοι μόνο με εξωτερική βοήθεια θα μπορούσαν με επιτυχία να αντιπαραταχθούν στους Έλληνες επαναστάτες.

Το σύστημα επιστράτευσης των Τούρκων δεν ήταν ικανοποιητικό και δεν θα μπορούσε να αντιμεμωπίσει ένα επαναστατικό κίνημα, που θα ενεργούσε με αιφνιδιασμό τον ίδιο καιρό σε όλη την Πελοπόννησο. Στα σχέδιά τους οι Τούρκοι προέβλεπαν οι φρουρές των κάστρων να κλείνονται σε αυτά και να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο στη διάθεση των επαναστατών ή εισβολέων. Με αυτόν τον τρόπο άφηναν στη διάθεση των επαναστατών ή των εισβολέων όλη τη χώρα και αυτοί έχαναν τη δυνατότητα μετακίνησης των στρατευμάτων τους. Οι σπαχήδες του Μοριά, οι οποίοι είχαν το προνόμιο να μην εκστρατεύουν εκτός Πελοποννήσου, δεν είχαν καμία εκπαίδευση και εμπειρία.

Παρά το γεγονός ότι έξι μήνες πριν από την εμφάνιση των Ρώσων στο Μοριά είχαν γίνει σχετικές αναφορές προς την τουρκική διοίκηση, εν τούτοις δεν υπήρξε η απαιτουμένη αντίδραση. Οι Τούρκοι της Πελοποννήσου δεν είχαν προσέξει τις προετοιμασίες των επαναστατών. Η άφιξη του ρωσικού στόλου τους ξύπνησε από το λήθαργο και έδωσε αφορμή στην κινητοποίησή τους. Ο Μόρα Βαλεσής αποκλείστηκε στο Ναύπλιο, γιατί στην ύπαιθρο κυκλοφορούσαν μικρές επαναστατικές ομάδες. Η τουρκική αδράνεια έδωσε την ευκαιρία στους Ελληνες να γίνουν κύριοι της νότιας Πελοποννήσου. Παράλληλα όμως οι δυνάμεις των Ρώσων ήρθαν τμηματικά και έδωσαν τον απαιτούμενο χρόνο στους Τούρκους να συνέλθουν από το αρχικό ξάφνιασμα, να οργανωθούν και να καλέσουν τους γείτονες σε βοήθεια.

Σε βοήθεια των Τούρκων της Πελοποννήσου έφθασαν από τις γειτονικές περιοχές ο εκ Τρικάλων Νιμετιζαδές, ο Λαρισαίος Οσμάν βέης, ο εξ Ατταλείας Αλή αγάς και ο Βεηζαδές των Θηβών. Ο ίδιος ο Σερασκέρης συντόνιζε τις κινήσεις τους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ  Του Σταύρου Καπετανάκη Ο κόλπος του Οιτύλου