Η ΜΑΝΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1715-1821) Μέρος (12)

Οι πρώτες επαφές Μανιατών και Ρώσων Τον Οκτώβριο του 1768 άρχισε πόλεμος μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας και οι δύο χρειάζονταν συμμάχους.

Οι απόστολοι της Ρωσίας φρόντισαν να εκμαιεύσουν αιτήσεις από τους υπόδουλους λαούς της Βαλκανικής, ώστε να φαίνεται ότι αυτοί ζητούσαν βοήθεια.
Αναφέρεται ότι στην Καλαμάτα, στο σπίτι του Μπενάκη, συγκεντρώθηκαν επίσκοποι και προεστοί από όλη την Πελοπόννησο. Οπως αναφέρθηκε με αίτησή τους, προς την Αικατερίνη υποσχέθηκαν ότι, αν οι Ρώσοι τους στείλουν όπλα, θα εξοπλίσουν 100.000 Πελοποννήσιους επαναστάτες. Βέβαια μια τέτοια συγκέντρωση στην Καλαμάτα θα μπορούσε να κινήσει υποψίες στους Τούρκους, οι οποίοι προηγουμένως είχαν αποκεφαλίσει τον μητροπολίτη Λακεδαίμονος Ανανία και άλλους Πελοποννήσιους άρχοντες. Οι Ελληνες πρόκριτοι από φόβο για τη ζωή τους θα απέφευγαν να δημιουργήσουν υποψίες με μια πολυάνθρωπη συγκέντρωση. Αυτή η αίτηση δεν βρέθηκε σε κανένα από τα αρχεία και γι’ αυτό αμφισβητείται και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τις υπογραφές.

Ο Γρηγόριος Ορλώφ από το βιβλίο του Γιούρι Πριάχιν για το Λάμπρο Κατσώνη με ενδιαφέρουσες ειδήσεις Ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει στην ιστορία του, ότι η αίτηση που είχαν υπογράψει ο Μπενάκης, ο Ζαΐμης και ο Κρεββατάς φυλάσσεται στα αρχεία της ρωσικής αυλής.

Στις 6 Ιανουαρίου 1769 αναφέρεται ότι οι Λάκωνες, συμπεριλαμβανομένων και των Μανιατών, υπέβαλαν στην αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β’ μια αίτηση, η γνησιότητα της οποίας αμφισβητήθηκε. Από τους υπογράψαντες Μανιάτες και άλλους Λάκωνες μόνο ένας έβαλε τη σφραγίδα του στο έγγραφο και αυτό είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί για την εποχή εκείνη.

Φαίνεται πιθανό ότι τη συνέταξε κάποιος από τους αποστόλους, που περιηγήθηκαν τη Λακωνία και ιδιαίτερα τη Μάνη. Ισως αυτός πλαστογράφησε τις υπογραφές των αιτούντων και την έστειλε στην Αγία Πετρούπολη. Σ’ αυτήν, την διαβεβαίωναν για την αυτάρκειαν των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων: “...εισέτι διατηρούνται λείψανα δυνάμεων άτινα, καίτοι ουχί τόσον ισχυρά, αρκούσιν όμως να καταστρέψωσιν εν παντί χρόνω την κεφαλήν του φθοροποιού όφεως, αρκεί μόνον να τύχωσιν ισχυράς υποστηρίξεως...’’. Της υπόσχονταν στρατιωτικές δυνάμεις: “...Το ποσόν της ιδίας ημών αείποτε στρατιάς υπ ρβαίνει τας τεσσαράκοντα χιλιάδας... Εν απάση τη Πελοποννήσω άνδρες ικανοί ν’ αγωνισθώσι λογίζονται υπέρ τας εκατόν χιλιάδας...’’.

Από μία επιστολή της 23 Ιανουαρίου 1769 του πρωθυπουργού της Ρωσίας Νικήτα Πάνιν, που έστειλε μάλλον στο Γεώργιο Μαυρομιχάλη (απευθυνόταν γενικά: “Εντιμε κύριε Καπετάνιε’’), φαίνεται ότι δεν υπήρχε σαφής πρόθεση των Ρώσων να αναλάβουν στον ελλαδικό χώρο σημαντικό μέρος του αγώνα εναντίον των Τούρκων. Ο Ρωσικός στόλος ερχόταν να δρέψει τους καρπούς του αγώνα των Ελλήνων. Αυτή ίσως ήταν η συνέπεια των διαφόρων αιτήσεων, γνησίων ή πλαστών, που υποβλήθηκαν στην Αικατερίνη, σύμφωνα με τις οποίες θα ήταν έτοιμος στρατός από την Πελοπόννησο 100.000 στρατιωτών. Είναι σαφής η περικοπή της επιστολής του Ρώσου πρωθυπουργού, ότι δεν θα αναλάβουν τον αγώνα, αλλά απλά η Αικατερίνη θα τους έχει “...υπό την υψηλοτάτη αυτής σκέπην...”.

Ο πρωθυπουργός της Ρωσίας Πάνιν έγραψε προς τον Αλέξιο Ορλώφ: “Τα κατά ξηράν θα διεξαγάγωσι οι Ελληνες? επειδή έχουσιν ανάγκην διοργανώσεως και ποδηγετήσεως, είμεθα ήσυχοι, ότι ο δυνηθείς να εξεγείρη αυτοίς τον πόθον της ελευθερίας θα εμφυσήση αυτοίς και την τάξιν...’’. Χωρίς να μένει καμία αμφιβολία οι Ρώσοι είχαν πεισθεί, ότι τον αγώνα θα αναλάμβαναν οι Ελληνες.

Ο Αλέξιος Ορλώφ σε επιστολή του προς τους καπετάνιους της Μάνης άρχιζε με τα παρακάτω: “Ο Θεός να ευλογήσει τα επιχειρήματά σας και να δώση να τα φέρητε εις καλόν τέλος καθώς επιθυμούμεν...’’. Με άλλα λόγια, με τις ευλογίες του Θεού εσείς θα διώξετε τους Τούρκους από τα μέρη σας.

Δεν ερχόταν να πολεμήσει, αλλά να επιβλέψει.

Οι Ρώσοι ήθελαν, όσο γίνεται πιο γρήγορα, να δημιουργθεί ένα νέο μέτωπο για τους Τούρκους. Αυτό θα αποτελούσε αντιπερισπασμό στο μέτωπο του ρωσο-τουρκικού πολέμου της Πολωνίας, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει από το προηγούμενο έτος. Δεν αναφέρει την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας, αλλά ότι θα τους βοηθήσει όσο δύναται. Η βιασύνη τους δικαιολογείται, από το γεγονός ότι τα στρατεύματά τους είχαν διωχθεί από τη Μολδαβία από εξήντα χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες.

Παρά το γεγονός ότι για πολλά χρόνια γινόταν διερεύνηση της δυνατότητας επανάστασης στα Βαλκάνια, φαίνεται ότι με προχειρότητα οι Ρώσοι αποφάσισαν να επέμβουν, αφού δεν είχαν συνάψει με τους Ελληνες επίσημες συμφωνίες. Στηρίχτηκαν στην π οσδοκία των υπόδουλων για ελευθερία, που εκφράζονταν με προθυμία και ενθουσιασμό στους αποστόλους τους. Οι ίδιοι πίστευαν ότι η εμφάνιση του ρωσικού στόλου θα προκαλούσε επαναστατική ανάφλεξη σε όλη την Πελοπόννησο.

Η Αικατερίνη πρέπει να θεωρούσε βεβαία την επιχείρηση αυτή, γι’ αυτό είχε και έτοιμο το σχέδιο διοργάνωσης της νέας χώρας. Η Πελοπόννησος και τα γύρω νησιά θα αποτελούσαν ρωσική επαρχία και θα τη διοικούσε Γερουσία, εξαρτωμένη από το ανακτοβούλιο της Πετρούπολης.

Τον Ιανουάριο του 1770 τα ρωσικά πλοία έφθασαν στη Μεσόγειο. Η πρώτη μοίρα ήταν υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Σπυριδώφ, ο οποίος είχε μαζί του και τον Αγγλο Γκρέυγκ. Τη δευτέρα μοίρα διοικούσε ο Σκώτος Ελφιστων, ο οποίος διαβεβαίωνε, ότι αυτός από το Αιγαίο θα συναντηθεί με το στόλο της Αζοφικής θάλασσας μπροστά στην Κωνσταντινούπολη, την οποία και από κοινού θα βομβαρδίσουν.

Ο Αλέξιος Ορλώφ προς τους Μανιάτες Υπάρχει η εντύπωση ότι από την αρχή οι σχέσεις του Αλεξίου Ορλώφ και των Μανιατών ήταν προβληματικές. Αναφέρεται από τον Cl. Rulhiere ότι: “...Ενας απεσταλμένος των Μανιατών πήγε και βρήκε τον κόμη Αλέξιο Ορλώφ, για να εκφράσει την έκπληξη αυτού του λαού, για το ότι ένα γράμμα το οποίο έστειλε και υπέγραψε ο ίδιος, έλεγε ότι η Τσαρίνα θα τους δεχόταν στον αριθμό των υπηκόων της. Αυτοί οι άνθρωποι υπερηφανεύονται για την αιώνια ανεξαρτησία τους, ήταν αγανακτισμένοι με αυτό το γράμμα και ο απεσταλμένος τους ήταν επιφορτισμένος να τον αποδοκιμάσει. Πρόσφεραν τη συμμαχία τους. Υποσχέθηκαν να συσκεφθούν με τους Ρώσους όταν θα γνώριζαν τα πραγματικά σχέδια και τους είπαν ότι δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε καμία επιτυχία αν έφθαναν στην Πελοπόννησο με λιγότερους από δέκα χιλιάδες άνδρες. Αποστολή άξια των Σπαρτιατών, των οποίων έπαιρναν το όνομα σε αυτή την περίπτωση, απαιτώντας αυτοί που απέρριπταν κάθε εξάρτηση, να έφθαναν στις ακτές τους με τέτοιες δυνάμεις...’’.

Απεσταλμένος των Μανιατών στον Αλέξιο Ορλώφ πήγε ο Στέφανος Μαυρομιχάλης. Αν αυτός είχε διατυπώσει διαμαρτυρίες στον Αλέξιο, γιατί είχαν αποκαλέσει τους Μανιάτες υπηκόους κλπ., ο Ορλώφ θα ήταν πιο προσεκτικός στις εκφράσεις του. Στις 8 Οκτωβρίου 1769 από την Πίζα της Ιταλίας ο Αλέξιος έστειλε επιστολή στους Μανιάτες καπετάνιους, την οποία άρχιζε με τη φράση: “Ο Θεός να ευλογήση τα επιχειρήματά σας και να δώση να τα φέρητε εις καλόν τέλος καθώς επιθυμούμεν...’’. Δεν φαίνεται σαν ηγέτης του κινήματος αλλά σαν απλός θεατής. Παρακάτω έγραφε: “...Τα γράμματά σας με τον κυρ Στέφανον ανεψιόν του κυρ καπετάν Μαυρομιχαλάκη και ύστερα με τον Αγγελή Αδαμόπουλον έλαβα και εκατάλαβα από αυτά τον ζήλον οπού έχετε εις προθυμίαν διά να δουλέψετε την μεγάλην μας Βασίλισσαν και την εδικήν σας πατρίδα, επαίνεσα τούτον τον καλόν σας σκοπόν και σας βεβαιώνω ότι εις ολίγον θέλετε ιδή και εμπράκτως πως ο ζήλος σας και η προθυμία σας δεν είναι διά μάταιον...’’.

Οι Ρώσοι περίμεναν ότι ο Μπενάκης θα έχει έτοιμο στρατό, για να καταλάβει όλην την Πελοπόννησο. Πιθανώς ο Μπενάκης πολλά υποσχέθηκε και λίγα κατόρθωσε να πραγματοποιήσει. Δεν πέτυχε να πείσει όλους τους Μανιάτες να ξεσηκωθούν, όπως θα πίστευε.

Μόνο λίγοι τον ακολούθησαν για τον απελευθερωτικό αγώνα και ένα μέρος από εκείνους που πίστεψαν ότι θα έχουν ευκαιρία λαφυραγωγίας και μισθοδοσίας.

Ο Αλέξιος Ορλώφ πρώτα έγραψε ότι οι Μανιάτες έχουν προθυμία να δουλέψουν τη μεγάλη βασίλισσά του και μετά έκανε λόγο για τη δική τους πατρίδα. Φαίνεται ότι οι αναφερόμενες διαφωνίες μεταξύ Μανιατών και Ρώσων είναι μεταγενέστερες και είτε σκοπό είχαν να δικαιολογήσουν τους Μανιάτες ή πρόκειται για σκόπιμη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας για να συκοφαντήσουν τους Ρώσους. Δεν θα ήταν δυνατόν ο Αλέξιος να χρησιμοποιήσει τέτοια έκφραση, που θα μπορούσε να θίξει γιά άλλη μια φορά τους Μανιάτες.

Οπως φαίνεται η απάντηση των Μανιατών στην πρόσκληση για επανάσταση δεν υπήρξε αρνητική. Ο Σωκράτης Κουγέας σχετικά με τη στάση των Μανιατών στα Ορλωφικά γράφει: “...Ωστε τα λεγόμενα ότι η συγκατάθεσις των Μανιατών διά την ορλωφικήν επανάστασιν δεν είχε δοθεί και ότι τα έγγραφα, εφ’ ων είχεν αύτη διατυπωθή, ήσαν πλαστά, τουλάχιστον ως προς τους Μανιάτας, δεν φαίνονται ακριβή. Την τοιαύτην απόφασιν των Μανιατών και τας περί αυτήν ενεργείας αυτών εκθέτει και ο αρθρογράφος της Πανδώρας [4(1853)104] κατά σύμφωνον προς την επιστολήν ταύτην τρόπον. Η κρατούσα περί την στάσιν και την πολιτικήν των Μανιατών εις τα Ορλωφικά σύγχυσις δέον να διαλυθή. Οι Μανιάται ουδεμίαν είχαν αρχικήν πρωτοβουλίαν διά την επανάστασιν του 1770 και ουδεμίαν υπέβαλαν αίτησιν προς υποκίνησιν αυτής εις τους Ρώσ υς. Οταν όμως ούτοι επρότειναν και συνέστησαν την επανάστασιν, οι Μανιάται εδέχθησαν αυτήν με την γνωστήν των υπέρ ελευθερίας αγωνιστικήν προθυμίαν. Κατά ταύτα το περί πλαστότητος εγγράφων ζήτημα πρέπει να αφορά εις την αμφισβήτησιν της αιτήσεως των Μανιατών δι’ επανάστασιν και όχι εις την αμφισβήτησιν της συγκαταθέσεως αυτών εις ταύτην. Αν οι προ τριετίας προπαγανδίσαντες την επανάστασιν εν Μάνη Παπάζωλης και Σάρρος παρουσίασαν εις τους Ρώσους διαφορετικάς τας σχετικάς αντιλήψεις των Μανιατών από ό,τι πράγματι ήσαν, αυτό είναι άλλο ζήτημα...’’.

Εστειλε ο Αλέξιος από το Λιβόρνο ή την Πίζα τον Γ. Παπάζωλη, τον Αγγελο Αδαμόπουλο και τον Ιω. Παλατίνο και συνυπέγραψαν συμφωνία με τους αρχηγούς των Μανιατών. Αναφέρεται επίσης: “...Οι τρεις ούτοι εκόμισαν επιστολάς του Αλεξίου, χρυσούν παράσημον και δίπλωμα αξιωματικού εις τον Μαυρομιχάλην, ήκουσαν δε τους προκρίτους διαβεβαιούντας, ότι είναι πρόθυμοι να λάβωσι τα όπλα ευθύς ως προσεγγίσωσι ρωσικά πλοία εις τας ελληνικάς ακτάς... στο λαό δόθηκε η διαβεβαίωσις ότι θα αποβιβάσωσι πολυάριθμον στρατόν, ίνα υποστηρίξωσι την επανάστασιν...’’.

Εκτός από την αμφισβήτηση των λεγομένων για αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις των Μανιατών στην επανάσταση του 1770, σημαντικό είναι ότι ο Αλέξιος Ορλώφ ζήτησε στις 8 Οκτωβρίου 1769 να του ετοιμάσουν τα παρακάτω και πήγε στην Πελοπόννησο τον Απρίλιο του επόμενου έτους: α) Να γίνει αμέσως συγκέντρωση των επαναστατών.

β) Να ετοιμάσουν χώρους διαμονής ή στρατώνες.

γ) Να συγκεντρώσουν τρόφιμα.

δ) Να στείλουν ανθρώπους με καρφιά στα κάστρα για να αχρηστεύσουν τα κανόνια των Τούρκων και ε) Να συγκεντρώσουν μουλάρια και γαϊδούρια χρήσιμα για τις μεταφορές.

Αξιο προσοχής είναι ότι ο Αλέξιος Ορλώφ διέταξε στις 8 Οκτωβρίου 1769 την άμεση συγκέντρωση στη Μάνη των επαναστατών κλπ., ενώ ο ίδιος έφθασε στην Πελοπόννησο τον Απρίλιο του επομένου έτους, δηλαδή μετά εξάμηνο. Αλλά και ο Θεόδωρος Ορλώφ έφθασε στη Μάνη μετά τετράμηνο.

Γιατί υπήρξε τέτοια βία, η οποία θα πρόδιδε την επαναστατική διάθεση των Ελλήνων; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη, ο Αλέξιος Ορλώφ ήθελε να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στους Τούρκους και συγκέντρωση στρατού στην Πελοπόννησο, για να ανακουφιστεί το ρωσικό μέτωπο. Είναι δε αυτή η διαπίστωση άξια προσοχής για να καταλογιστεί στον Αλέξιο Ορλώφ άκρα επιπολαιότητα και ανικανότητα ή ανέντιμη εκμετάλλευση του πόθου των Ελλήνων για ελευθερία.

Του Σταύρου Καπετανάκη