Η ΜΑΝΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1715-1821) Μέρος 11ο

Στην Αγία Πετρούπολη την πρωτεύουσα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1763 άρχισε να ωριμάζει η ιδέα για μια επανάσταση στα Βαλκάνια, που θα συνέβαλε στην επέκταση της ρωσικής κυριαρχίας στο νότο. Στόχος της ρωσικής πολιτικής ήταν η Κωνσταντινούπολη και τα στενά του Βοσπόρου, που θα άνοιγαν το δρόμο για την κυριαρχία στη Μεσόγειο. Τότε δόθηκε άδεια απουσίας από το στρατό στον ελληνικής καταγωγής αξιωματικό του ρωσικού στρατού Γεώργιο Παπάζωλη ή Παπάζογλου. Στο χρόνο της αδείας του όφειλε να πάει στη Βενετία και την Τεργέστη και από εκεί να οργανώσει ένα δίκτυο πρακτόρων για όλον τον ελλαδικό χώρο, που θα προετοίμαζαν την εξέγερση του λαού.

Το 1765 τύπωσε σε ελληνική μετάφραση ένα ρωσικό πολεμικό εγχειρίδιο: ‘’Διδασκαλία ήγουν ερμηνεία της πολεμικής τάξεως και τέχνης’’, το οποίο θα ήταν χρήσιμο στο μέλλον για τους Ελληνες επαναστάτες. Ο Παπάζωλης φαίνεται ότι τότε είχε μεγάλη χρηματική ευχέρεια και αγόραζε δώρα για τους μελλοντικούς του συνεργάτες. Αρχικά πήγε στην Ακαρνανία και συνάντησε τους εκεί αρματολούς και μετά στο Μεσολόγγι συζήτησε με τον προύχοντα του τόπου Παλαμά. Στην Πελοπόννησο δεν πήγε ο ίδιος αυτή τη φορά, αλλά έστειλε πολλούς αποστόλους, όπως και προς όλες τις κατευθύνσεις. Μπορούμε να πούμε, ότι από την άποψη της μυστικότητας έκανε καλά τη δουλειά του και δεν έγινε αντιληπτός από τους Τούρκους, τους οποίους βρήκε η επανάσταση απροετοίμαστους.

Αναφέρεται από τον καθηγητή της ιστορίας Παντ. Κοντογιάννη ότι: ‘’...Οι Ρώσοι θελήσαντες να εξεγείρωσι τους Ελληνας κατά των Τούρκων επεδίωξαν πρώτιστα και μάλιστα την σύμπραξιν των Μανιατών, οίτινες, διατηρήσαντες εν μέσω της περιστοιχιζούσης αυτούς δουλείας την ελευθερίαν των, ήσαν ησκημένοι περί τα όπλα, τα μάλιστα δε μισότουρκοι...’’.

Στην Πελοπόννησο ο Παπάζωλης πήγε το 1767, τότε επισκέφθηκε τη Μάνη, όπου πρέπει να έμεινε αρκετό καιρό, χωρίς να αποκομίσει αυτά που περίμενε.

Στους Μανιάτες έλεγε για την αυτοκράτειρα Αικατερίνη. ‘’...Η Αικατερίνη υποστηρίζει την ελληνικήν θρησκείαν ότι όλα τα βασίλεια της Ευρώπης συνεφώνησαν προς καταστροφήν του τουρκικού κράτους και εν τοιαύτη περιπτώσει εις εσάς τους αε ποτε την ελευθερίαν υπερασπισθέντας απόκειται να δώσητε το παράδειγμα και εις την λοιπήν Ελλάδα, γινόμενοι οι πρώτοι αυτής ελευθερωταί...’’. Οι Μαυρομιχαλαίοι σαν εκπρόσωποι των Μανιατών απάντησαν ότι, αυτοί δεν αρκούν για να καταπολεμήσουν τους Τούρκους. Πρόβαλαν ότι στη Μάνη δεν υπάρχει ομόνοια, αλλά την κατατρώγουν οι διαιρέσεις και δεν είναι εύκολη η συνεννόηση και η δράση. Τόνισαν ακόμη ότι οι Ρώσοι οφείλουν να κατακτήσουν την Ελλάδα και όχι μόνο να την επαναστατήσουν.

Από τη Μάνη ο Παπάζωλης κατέληξε στην Καλαμάτα, στην οποία συνεργάστηκε με τον Παναγιώτη Μπενάκη, ο οποίος αποδείχθηκε ένθερμος υποστηρικτής της επαναστατικής ιδέας. Στο σπίτι του Μπενάκη συνήλθαν κληρικοί και επίσημοι Πελοποννήσιοι και υπέγραψαν αίτηση προς την αυτοκράτειρα Αικατερίνη της Ρωσίας, με την οποία δήλωναν ότι θα εξεγείροντο 100.000 Πελοποννήσιοι, όταν θα εμφανίζονταν ρωσικά πλοία στις ακτές της Πελοποννήσου. Ο αριθμός αυτός των ανδρών, που θα έπαιρναν τα όπλα, ήταν υπερβολικός. Ομως ο πόθος των σκλαβωμένων ραγιάδων για ελευθερία και ο ενθουσιασμός με την ιδέα της επανάστασης και της απαλλαγής από τον τουρκικό ζυγό, έδινε φτερά στη φαντασία τους και έπλαθε φανταστικούς αριθμούς. Σε αυτό συνέβαλε και η γενικότερη άγνοια του πραγματικού αριθμού των κατοίκων της Πελοποννήσου.

Τελικά ο Παπάζωλης γύρισε στην Τεργέστη, συγκέντρωσε τις πληροφορίες που είχε από πολλούς πράκτορες, οι οποίοι είχαν επισκεφθεί το Μοριά και διαβίβασε στη Ρωσία τις αναφορές των συνεργατών του και του ιδίου.

Από το Rulhiere μαθαίνουμε ότι προηγήθηκε σαν απόστολος ένας παπάς, που επισκέφθηκε την Πελοπόννησο και τη Μάνη. Ο Γρηγόριος Ορλώφ έστειλε το 1765 έναν άλλο απόστολο, τον Εμμανουήλ Σάρρο, ο οποίος προηγήθηκε του Παπάζωλη και έφερε ευχάριστες ειδήσεις από τους υπόδουλους Ελληνες, μίλησε δε και περί ‘’Σπαρτιατικού έθνους’’.

Ενας άλλος απόστολος της Ρωσίας ήταν ο Ταμάρα από την Ουκρανία, ο οποίος είχε διατελέσει διερμηνέας του Πάνου Μαρούτση, αντιπροσώπου της Ρωσίας στη Βενετία και στις άλλες αυλές της Ιταλίας, που συνέδραμε πολύ την επανάσταση των Ορλώφ. Αυτός επισκέφθηκε τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο με την πρόφαση των αρχαιολογικών ερευνών και εντυπωσιάστηκε από το εγκωμιαστικό πνεύμα που επικρατούσε για την αυτοκράτειρα Αικατερίνη. Μετα ύ των άλλων έλεγε: “...Αλλά οι Ελληνες με όλον τον διαδηλούμενον επαναστατικόν ζήλον, και την προς τους χρησμούς πίστιν των, έχοντες προ οφθαλμών τας απάτας του παρελθόντος, διότι πολλοί εκμεταλλευθέντες την ευπιστίαν και τον ενθουσιασμόν αυτών τοσάκις κατεπρόδωκαν αυτούς, φαίνονται δύσπιστοι και επιφυλακτικοί. Εις μόνον λόγος της αυτοκρατορίσσης αρκεί ιν’ αναστατώση την Ελλάδα, αλλ’ ο λόγος ούτος πρέπει να διαδοθή παρ’ ανθρώπων πιστευτών, και των οποίων αι υποσχέσεις να έχωσι καί τινα επισημότητα...’’. Με άλλα λόγια οι Ελληνες ήθελαν επίσημες διαβεβαιώσεις από τα χείλη σημαντικών προσώπων για να ξεσηκωθούν.

Το 1767 επισκέφθηκε την Πελοπόννησο ο ίδιος ο Παπάζωλης με το ψευδώνυμο Χατζή Μουράτ, δήθεν ότι ήταν Μολδαβός, ντυμένος ιμάμης και περιηγήθηκε την Πελοπόννησο δίνοντας υποσχέσεις χωρίς φειδώ.

Οπου πήγαιναν οι απόστολοι, με τις υποσχέσεις τους προκαλούσαν ενθουσιασμό και αποσπούσαν ελπιδοφόρα μηνύματα για την Αικατερίνη. Μόνο οι Μαυρομιχαλαίοι, ως εκπρόσωποι των Μανιατών, υπήρξαν συγκρατημένοι και διατήρησαν επιφυλάξεις απέναντι στον Παπάζωλη. Αναφέρεται ότι, παρά το γεγονός ότι ο Παπάζωλης προσπάθησε να κινήσει τα θρησκευτικά και πατριωτικά τους συναισθήματα, ακόμη τους κολάκευσε, ότι οι Μανιάτες ήταν οι μόνοι που διεφύλαξαν την ελευθερίαν τους και όφειλαν να πρωτοστατήσουν τώρα στον απελευθερωτικό αγώνα του έθνους. “...Πάντα όμως ταύτα μάτην ελέγχθησαν, οι δε Μανιάται δεν παρεσύροντο. Απεναντίας μάλιστα οι αρχηγοί αυτών έδειξαν σπανίαν πολιτικήν ωριμότητα και κριτικήν οξύτητα. Μη παρασυρθέντες ούτ’ εκ των συναισθημάτων των, ούτ’ εκ των κολακειών του δεν εδέχθησαν να επαναστατήσουν άνευ της εξασφαλίσεως ορισμένων όρων. Ησαν οι μόνοι εξ όλων των Ελλήνων, οι οποίοι αντελαμβάνοντο αντικειμενικώτατα όχι μόνον των άλλων, αλλά και εαυτών τας δυνάμεις...’’.

Αναφέρεται ότι, ακόμη προκάλεσε δυσπιστία στους Μανιάτες το γεγονός, ότι δεν είδαν να έχει ο Παπάζωλης έγγραφα, που να τον εξουσιοδοτούν να κάνει συμφωνίες μαζί τους. Επί πλέον του ζήτησαν, ότι ήταν απαραίτητο να αποβιβασθεί στην Πελοπόννησο ρωσικός στρατός τουλάχιστον δέκα χιλιάδες, γιατί δεν είχαν εμπιστοσύνη στις πολεμικές ικανότητες των Πελοποννησίων. Διευκρίνησαν ότι επιζητούσαν την ελευθερία τους και όχι να γίνουν υπήκοοι της Αικατ ρίνης. Εξήγησαν ακόμη ότι οι Μανιάτες ενώ είναι ικανοί πολεμιστές, είναι κατάλληλοι για αμυντικό πόλεμο και όχι επιθετικό, παρά μόνο ως άτακτα σώματα. Πραγματικά οι Μανιάτες είχαν διακριθεί στους πολέμους των Βενετών, όπου αποτελούσαν βοηθητικά σώματα ατάκτων και ενεργούσαν σε συνεργασία με τον τακτικό στρατό.

Είχαν εξαιρετικές επιδόσεις σε παράλληλη δράση με τους τακτικούς, όταν εφορμούσαν, έχοντες την ευκαιρία της λαφυραγωγίας.

Ακόμη έπρεπε να λάβουν υπ’ όψη τους, ότι οι οικογενειακές διαμάχες και διαιρέσεις αποτελούσαν και αυτές ένα εμπόδιο στην εκστρατεία των Μανιατών πέρα από τα σύνορά τους. Αυτές παραβλέπονται μόνο σε εξωτερικό κίνδυνο.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί η σημαντική προσφορά στην επανάσταση του 1821 της Φιλικής Εταιρείας, η οποία με την προετοιμασία που έκανε πέτυχε τη συμφιλίωση των οικογενειών της Μάνης. Με την ομοψυχία που ενέπνευσαν οι Φιλικοί μπόρεσαν να εκστρατεύσουν όλοι οι Μανιάτες. Είχαν πάψει να διστάζουν από το φόβο, ότι όταν θα εκστρατεύσουν, οι γείτονες-εχθροί τους θα μείνουν πίσω, για να τους καταστρέψουν τα ανυπεράσπιστα οχυρά τους και τα γυναικόπαιδά τους, ώστε να τους αναγκάσουν να εγκαταλείψουν τον τόπο και τα υπάρχοντά τους.

Για τις επιφυλάξεις των Μανιατών ο Κ. Σάθας αναφέρει επίσκεψη Μανιάτη, πιθανώς του Στέφανου Μαυρομιχάλη, στον Αλέξιο Ορλώφ στην Ιταλία: ‘’...Αντιπρόσωπος των Μανιατών ελθών εξέφρασε προς τον κόμητα Αλέξιον την έκπληξιν των συμπατριωτών του, διότι εν επιστολή προς αυτούς απευθυνομένη και υπό αυτού του Ορλώφ υπογεγραμμένη περιείχετο και η εξής προσβλητική φράσις «η αυτοκράτειρα ηυδόκησεν ίνα σας θεωρήση υπηκόους της». Επομένως οι Ελληνες απορρίπτοντες τον προσβλητικόν τούτον τίτλον, υπέσχοντο να ενωθώσι μετά των Ρώσων, αφού πρότερον ούτοι αποκαλύψωσι τους περί Ελλάδος αληθείς σκοπούς των, και ότι εν Πελοποννήσω ουδέν επαναστατικόν κίνημα θέλει λάβη χώραν, εάν μη ενεφανίζοντο τουλάχιστον δέκα χιλιάδες Ρώσων προς σύμπραξιν...’’.

Οι Μαυρομιχαλαίοι έφεραν προς ζητήτηση το θέμα της επανάστασης σε συνέλευση των γερόντων της Μάνης, όπως συνήθιζαν να κάνουν, όταν είχαν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα. Ο Μ. Σακελλαρίου γράφει σχετικά: ‘’...Απεφασίσθη κατ’ αρχήν η αποδοχή των προτάσεών του (Παπάζωλη), αλλ’ ανεβλήθη η λήψις οριστικών αποφάσεων, έως ότου οι Ρώσοι γνωρίσουν τας προθέσεις των και τας δυνάμεις, τας οποίας θα ήσαν διατεθημένοι να προσφέρουν, η δε σύναψις συμφωνιών να γίνη διά πληρεξουσίου κανονικώς εξουσιοδοτημένου...’’.

Την απαίτηση των Μανιατών, ότι θα έπρεπε οι απόστολοι να είναι επίσημα εξουσιοδοτημένοι, θα ικανοποιούσε η επιστολή της 23 Ιανουαρίου 1769 του πρωθυπουργού της Ρωσίας Νικήτα Πάνιν, στην οποία έγραφε προς τον ηγέτη-καπετάνιο της οικογενείας Μαυρομιχάλη: ‘’...δεν δύναμαι εγώ να λείψω από το να σας παρακινήσω εκ καθαράς καρδίας προς όφελος της αθανάτου και θνητής ζωής, εις το να σηκωθήτε από το μέρος σας όσον ημπορείτε ογλήγορα και με όλην την δύναμίν σας ενάντια εις τον απαραίτητον και αφιλίωτον εχθρόν του χριστιανικού ονόματος. Η Αυτοκρατορική μεγαλειότης με προστάζει από το άλλο μέρος να σας βεβαιώσω με τον ηγιασμένον Αυτής λόγον, ότι εις όλον τούτον τον θεάρεστον αγώνα δεν θέλει σας εγκαταλείψει, αλλά θέλει σας έχει υπό την υψηλοτάτην Αυτής σκέπην, και θέλει σας βοηθήσει καθόσον δύναται...’’.

Γράφει ακόμη η πρωθυπουργική επιστολή, ότι περιμένουν οι Ρώσοι να ανεβούν στην Πετρούπολη 1-2 Μανιάτες, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι ενήμεροι σχετικά με τη βεβαιότητα έκρηξης της μελετουμένης επανάστασης και την προθυμία του λαού να την ακολουθήσει. Τέλος αναφέρεται στην αξιοπιστία του κομιστή της επιστολής αυτής και στα ‘’σημεία’’ που έστειλε για να γίνει πιστευτός, τα οποία μπορεί κανείς να υποθέσει ότι θα ήταν πολύτιμα δώρα.

Δεν είναι γνωστός ο κομιστής της επιστολής της 23 Ιανουαρίου 1769. Φαίνεται πιθανό να ήταν κάποιος απεσταλμένος από τους Ορλώφ, που είχαν κατεβεί νωρίτερα στην Ευρώπη για λόγους δήθεν υγείας και τον Απρίλιο του 1769 βρισκόντουσαν στη Βενετία.

Αν στην επιστολή αυτή δεν υπήρχε απάντηση, φαίνεται δύσκολο να ξεκινούσαν τα ρωσικά πλοία από την Κρονστάδη στις 26 Ιουνίου 1769 για τη Μεσόγειο.

Οι Ρώσοι δεν περιορίστηκαν μόνο στην προσπάθεια εξέγερσης των Ελλήνων με τους αποστόλους που αναφέραμε, αλλά στράφηκαν και προς όλους τους άλλους λαούς της Βαλκανικής.

Αναφέρεται ότι το 1768 έστειλε η ρωσική κυβέρνηση το στρατηγό Ι.

Ζαμπορόβσκυ με πληρεξουσιότητα να συνάψει ανάλογες συνθήκες με τις σλαβικές εθνότητες και με τους Αλβανούς. Να προσπαθήσει να παρασύρει όλους αυτούς τους λαούς σε εξέγερση κατά των Τούρκων με την υπόσχεση ισχυρής ενίσχυσης εκ μέρους της Ρωσίας. Ακόμη και τον Ιανουάριον του 1770 η Αικατερίνη συνιστούσε στον Αλέξιο Ορλώφ να αποφύγη την εξέγερση αποκλειστικά και μόνον ενός έθνους. Να σημειωθεί ότι όλες οι προκηρύξεις που διανεμήθηκαν απηυθύνονταν σε όλους τους χριστιανούς της Τουρκίας.

Του Σταύρου Καπετανάκη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ