Ερμηνεύοντας τους θρησκευτικούς και ιστορικούς μύθους

Η θεά Δήμητρα έφτασε στην Ελευσίνα μεταμφιεσμένη σε γριά, αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη, την οποία είχε απαγάγει ο Πλούτωνας. Έγινε δεκτή από το βασιλιά Κελεό που τη φιλοξένησε, και η θεά ως αντάλλαγμα ανέλαβε την ανατροφή του γιου του Δημοφώντα. Από το μύθο αυτό ξεπήδησαν η ιερή λατρεία της Δήμητρας και τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Ωστόσο δεν θα ολοκληρώσουμε εδώ την αναφορά μας για τη μυθική εποχή. Όπως είπαμε στην αρχή του έργου μας, για τα αρχαιότατα χρόνια του ελληνικού έθνους υπάρχουν δύο είδη αφηγήσεων: Άλλες είναι γηγενείς, οι μυθικές παραδόσεις του λαού, τις οποίες παρουσιάσαμε παραπάνω συνοπτικά, ενώ άλλες δεν είναι παρά οι ερμηνείες αυτών των μύθων, όσες επιχείρησαν να κάνουν είτε αρχαίοι είτε νεότεροι λόγιοι. Για τις τελευταίες πρέπει να κάνουμε εδώ κάποια αναφορά, γιατί αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των αφηγήσεων του ελληνικού έθνους. Οι ερμηνείες αυτές έχουν ως στόχο να βρουν την αιτία για τη δημιουργία των μύθων ή να προσδιορίσουν τη σημασία των αφηγήσεων. Μερικές μάλιστα αποδοκιμάστηκαν, ενώ κάποιες άλλες έγιναν αποδεκτές4". Φυσικά υπάρχουν και κάποιοι που τις απορρίπτουν όλες ως αυθαίρετες και ανυπόστατες. Εμείς θα παραθέσουμε μερικά παραδείγματα από αυτές μόνο και μόνο για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της αμφισβήτησης γύρω από θέματα που αφορούν στην ιστορία των πατέρων μας.


Ένας από τους πιο ονομαστούς ερμηνευτές αυτών των αφηγήσεων υπήρξε ο Ευήμερος από τη Μεσσήνη της Σικελίας, ο οποίος έζησε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Ο Ευήμερος ισχυριζόταν πως όλοι αυτοί οι ήρωες, ακόμα και οι θεοί, δεν ήταν παρά απλοί άνθρωποι, οι οποίοι διακρίθηκαν στη ζωή τους τόσο πολύ επειδή διέθεταν σωματική ρώμη και αρετή, ώστε μετά το θάνατο τους, λόγω των ευεργεσιών και των μεγάλων κατορθωμάτων τους, τιμήθηκαν και ανυψώθηκαν στην τάξη των θεών και των ηρώων. Ο Ευήμερος βεβαίωνε ότι στη διάρκεια κάποιου ταξιδιού του στην Ινδική θάλασσα, το οποίο έγινε έπειτα από διαταγή του βασιλιά της Μακεδονίας Κασσάνδρου, ανακάλυψε δήθεν μια χώρα με το όνομα Παγχαία, η οποία μάλιστα είχε ιερό του Τριφυλίου Δία, μέσα στο οποίο υπήρχε μεγάλη χρυσή στήλη με επιγραφή που ανέφερε πως την κατασκεύασε ο ίδιος ο Δίας, όταν ήταν στη Γη, και πως εξιστορούσε με κάθε λεπτομέρεια τις επίγειες πράξεις του. Την άποψη αυτή, ότι όλοι οι θεοί ήταν πριν άνθρωποι, την απέρριπταν όλοι οι θεοσεβείς Έλληνες, οι οποίοι, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, κατηγόρησαν τον Ευήμερο ότι ήταν άθεος. Από την άλλη πλευρά, πολλοί χριστιανοί συγγραφείς των πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως ο Μινούκιος Φήλιξ47, ο Αακτάντιος, ο Ιερός Αυγουστίνος, ασπάστηκαν με μεγάλη προθυμία τις απόψεις του Ευήμερου, γιατί με αυτές αφαιρούνταν όλα εκείνα τα θεϊκά χαρακτηριστικά από τον Δία και από όλους τους άλλους θεούς, τους οποίους με αυτό τον τρόπο καταπολεμούσαν. Αυτός ήταν ο λόγος που αυτοί οι χριστιανοί συγγραφείς αποδέχονταν όχι μόνο τη γενική θεωρία του Ευήμερου αλλά και τις επιμέρους ιστορίες και αφηγήσεις του. Αυτόν μάλιστα τον άνθρωπο, του οποίου η ψευδολογία ήταν σχεδόν παροιμιώδης, σύμφωνα με τον παγανιστή γεωγράφο Στράβωνα, εκείνοι τον επαινούσαν ως λαμπρό υπόδειγμα σπουδαίου ιστορικού ερευνητή.

Ο Ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο.

Είναι βέβαιο ότι οι θεωρίες του Ευήμερου είναι προφανώς παράλογες και σήμερα δεν υπάρχει κανείς που να τις αποδέχεται. Υπάρχουν, όμως, ερμηνείες των προγόνων μας για τη θρησκευτική μυθολογία πολύ πιο ευφυείς και σίγουρα πολύ πιο πιθανές. Οι ερμηνείες αυτές άρχισαν ήδη να διατυπώνονται από λόγιους της αρχαιότητας, αλλά στους νεότερους χρόνους τις συμπλήρωσαν και τις τελειοποίησαν δύο σοφότατοι Γερμανοί επιστήμονες, ο Κρεϋζέρος43 και ο Ερμάννος49, οι οποίοι μπορούν να θεωρηθούν οι κορυφαίοι εκπρόσωποι αυτής της ερμηνευτικής θεωρίας. Σύμφωνα με αυτή, τα πανάρχαια χρόνια ήρθαν από την Αίγυπτο ή την Ασία στην Ελλάδα πολύ σοφοί ιερείς και μετέδωσαν στους απαίδευτους ακόμη κατοίκους της πολλές γνώσεις σχετικά με τη θρησκεία, τη φύση και την ιστορία. Δεν προσπάθησαν όμως να διαδώσουν αυτές τους τις γνώσεις με άμεσο και κυριολεκτικό τρόπο, που ίσως άνθρωποι αμαθείς ή να μην κατανοούσαν ή να μην τους προκαλούσε καμιά εντύπωση. Προτίμησαν να χρησιμοποιήσουν γι' αυτόν το σκοπό σύμβολα και αλληγορικές εικόνες που μπορούσαν να αναπαραστήσουν περισσότερο στα μάτια και στη φαντασία των ακροατών παρά στο μυαλό τα πράγματα αλλά και τις έννοιες που επιθυμούσαν να εξηγήσουν οι ιερείς στους κατοίκους της χώρας.

Με αυτόν το συμβολικό και αλληγορικό τρόπο οι ιερείς εκείνοι εισήγαγαν στην Ελλάδα τις απόψεις τους για το θείο, τη φύση και τον άνθρωπο, και αυτή ήταν η πρώτη πηγή των μύθων.Έπειτα ήρθαν οι ποιητές, οι οποίοι εξύμνησαν τα γεγονότα του παρελθόντος, γεγονότα πραγματικά ή μη, αλλά διανθισμένα με πολλούς μύθους. Ύστερα από αυτή την περίοδο εμφανίστηκε μια δεύτερη ομάδα μύθων, η οποία αποδείχθηκε πιο δημοφιλής και πολύ πιο μαγευτική από την πρώτη. Ωστόσο, οι ποιητές δεν αρκέστηκαν σε αυτούς τους αφηγηματικούς· επικούς μύθους, αλλά πήραν και τους παλιούς αλληγορικούς και τους ενοποίησαν όλους. Έπειτα από αυτή την εξέλιξη τα σύμβολα και οι αλληγορικές εικόνες απέβαλαν τις αρχικές τους σημασίες και θεωρήθηκαν από εκεί και πέρα ξεχωριστοί και αυτοτελείς μύθοι. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι περισσότεροι από τους ανθρώπους δεν γνώριζαν τι συμβόλιζαν αυτοί στην αρχή. Την αληθινή τους σημασία κράτησαν ως μυστικό κάποιες θρησκευτικές οργανώσεις, τα μέλη των οποίων μυούσαν κληρονομικοί ιερείς. Οι οργανώσεις αυτές ήταν οι λεγόμενοι Ορφικοί και Βακχικοί ή Διονυσιαστές, τα μέλη των οποίων συμμετείχαν στα Ελευσίνια μυστήρια και στα μυστήρια των Καβείρων στη Σαμοθράκη. Εδώ, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν τα απόρρητα δόγματα των θεολογικών και φιλοσοφικών μύθων της αρχαιότητας, οι οποίοι δημιουργήθηκαν από κάποιο ιερατείο πολύ πρ4\βπό την εποχή του Ομήρου και αποτέλεσαν τη βασική πηγή των ελληνικών μύθων. Στα ιερά αυτά κέντρα11, ύστερα από προκαταρκτικές τελετουργίες μύησης, επιτρεπόταν -υπό τον όρο της απόλυτης εχεμύθειας- σε αυτούς που συμμετείχαν να ακούσουν την πανάρχαια εκείνη θρησκευτική και κοσμογονική διδασκαλία που αποκάλυπτε τον προορισμό του ανθρώπου και βεβαίωνε ότι μετά το θάνατο υπάρχει ανταμοιβή [για τους αγαθούς] και τιμωρία [για τους κακούς],Όλα αυτά τα μάθαιναν χωρίς τις αλλοιώσεις, τα σύμβολα και τις αλληγορίες των ποιημάτων, που εξακολουθούσαν να τα κρατούν κρυφά από τον απλό λαό.

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το ερμηνευτικό πλαίσιο της ελληνικής μυθολογίας, ένα πλαίσιο το οποίο κατά κοινή ομολογία επινοήθηκε με ευφυή τρόπο. Ωστόσο, με ευφυή τρόπο αντιμετωπίστηκε και αρνητικά από άλλους σοφούς άνδρες και ιδιαίτερα από τον Άγγλο Γεώργιο Γρότε51. Αυτός από το 1846 μέχρι και το 1856 έγραψε ιστορία της αρχαίας Ελλάδας σε 12 τόμους και -ας μην έχουμε αυταπάτες- κατανόησε την αξία των ελληνικών μύθων ρεαλιστικότερα από τους άλλους και ερμήνευσε τους ιστορικούς θεσμούς του ελληνισμού. Βέβαια, ο Γρότε υπερασπίστηκε σε υπερβολικό βαθμό την αθηναϊκή δημαγωγία, αλλά όσον αφορά στα υπόλοιπα το έργο του είναι τόσο σπουδαίο, που διατηρεί και θα διατηρήσει το κύρος του στο μέλλον. Ο Γεώργιος Γρότε, λοιπόν, παρατήρησε ότι όλο το ερμηνευτικό πλαίσιο που προαναφέραμε στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι Ορφικοί και οι Διονυσιαστές, τα Ελευσίνια και τα μυστήρια της Σαμοθράκης διέσωσαν, όπως άλλες κιβωτοί στο παρελθόν, τη μυστική αρχαία διδασκαλία. Αυτό προϋποθέτει ότι αυτά τα μυστήρια είναι αρχαιότερα από τον Ησίοδο, αρχαιότερα ακόμη και από τον Όμηρο, γιατί μόνο αν παραδεχτούμε ότι όλα αυτά φτάνουν μέχρι την ιερατική εκείνη τάξη πριν από τους ποιητές, μπορούμε να καταλάβουμε πώς παρέλαβαν από εκείνη την τάξη την αληθινή σημασία των συμβόλων και αλληγορικών αφηγήσεων, που ήδη στα έργα των παραπάνω ποιητών είχαν χάσει Μν αρχική τους σημασία. Και όμως, η εμφάνιση των μυστηρίων δεν μπορεί με σιγουριά να τοποθετηθεί ούτε ακόμη και σε αυτή την εποχή του Ησιόδου. Κοντά σε όλα αυτά, σήμερα υπάρχει και η άποψη ότι τα μυστήρια αυτά μπορεί να ήταν από όλους αποδεκτά και σεβαστά ως θρησκευτικές τελετές, αλλά δεν περιλάμβαναν καμιά απόκρυφη ή μυστικιστική διδασκαλία και ότι οι σωζόμενες σήμερα αρχαίες αλληγορικές ερμηνείες δεν πήγαζαν από τα ιερά αυτά κέντρα, αλλά αποτελούσαν έργα μεταγενέστερων φιλοσόφων και λογίων.