ΟΙΚΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΥΣΤΕΡΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

α) Σε τοιχισμένες κωμοπόλεις, φρούρια ή κάστρα με ή χωρίς οικισμό γύρω ή κάτω από τον οχυρωμένο πυρήνα, και

β) Σε ανοχύρωτους οικισμούς που ενδεχομένως να διέθεταν για άμυνα κά­ποιον πύργο, όπως το Μανιατοχώριν103, η Πέτρινα, για την όποια σώζεται το Κώμης εκφρασις του Ιωάννη Ευγενικού204, και τα Κρέστενα (Christiana), για τα οποία διαθέτουμε περιγραφή του πύργου τους σε έγγραφο του 1354, την πρώτη γνωστή περιγραφή πελοποννησιακού πύργου στον μεσαίωνα205.

γ-δ) Με διαφορετικά σύμβολα σημειώνονται όσοι οχυρωμένοι ή ανοχύρω­τοι οικισμοί πρωτοεμφανίζονται στις πηγές πριν το 1205· επίσης σημειώνο­νται τα μοναστήρια. Τα τοπωνύμια αναγράφονται ως επί το πλείστον σε ελλη­νική γραφή, στον πλέον αποδεκτό τύπο, ενίοτε, εντός παρενθέσεως, ακολουθεί η χρονολογία της πρώτης γνωστής μέχρι σήμερα μαρτυρίας στις γραπτές πη­γές. Περιττό ν' αναφέρω ότι ένας σημαντικός αριθμός κατοικημένων τόπων που συναντάμε στα κείμενα παραμένει αταύτιστος, και προφανώς δεν σημειώ­νεται στον χάρτη206, ή ότι ένας επιπλέον αριθμός υφισταμένων τότε οικισμών δεν έτυχε να αναφερθεί σε κάποιο από τα γνωστά μας κείμενα.

Με μια πρώτη μάτια στον χάρτη, εντυπωσιάζεται κανείς από τον μεγάλο αριθμό των ορεινών οχυρών. Οι καταστάσεις γενικής ανασφάλειας που ίσχυαν από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα, για τις οποίες ήδη έγινε λόγος, βρίσκουν την έκφραση τους ακριβώς στην ανάπτυξη ενός πυκνού οχυρωματικού δικτύου, χαρακτηριστικό εξάλλου της εποχής εκείνης, διαπιστωμένο ευρύτερα στην οι­κιστική συγκρότηση της Βαλκανικής.

Τα κάστρα εντοπίζονται, κατά κανόνα, επάνω σε λόφους και οξυκόρυφα βουνά, κάποτε μάλιστα δυσπρόσιτα σε πολύ μεγάλα υψόμετρα, για να εκμεταλ­λεύονται πλήρως την επιπλέον φυσική οχύρωση που τους προσδίδει η μορφή του εδάφους. Φαινομενικά εξαρτώνται μεταξύ τους με σχέσεις οπτικής επαφής, που πιθανόν δεν ήταν συνειδητές. Μάταια πάλι θα ψάξει κανείς να ανακαλύψει μια γεωμετρική λογική ή ένα γενικό σχέδιο οργάνωσης κάτω από το οποίο το­ποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του γεωγραφικού χώρου, αποτέλεσμα άλ­λωστε του περίπλοκου τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκαν, από ανταγωνι­στές με διαφορετική αντίληψη: Βυζαντινούς άρχοντες, Φράγκους φεουδάρχες και Ενετούς αξιωματούχους, μέσα σε μια κατακερματισμένη χώρα, κτισμένα βιαστικά σε μια ταραγμένη εποχή, όπου η αλλαγή συνόρων γινόταν εύκολα.

Ελάχιστα ποσοτικά στοιχεία διασώθηκαν για τα πληθυσμιακά μεγέθη των με­σαιωνικών οικισμών. Στον κατάλογο με τα φέουδα του 1391 σημειώνονται ση­μαντικές πεδινές πόλεις στην ιστορία του Πριγκιπάτου όπως η Γλαρέντζα (Clairence), η Καλαμάτα (Calemate) και ή Ανδρούσα (Drusa) με 300 εστίες (σπί­τια), ενώ ορεινά κάστρα όπως το Crevecoeur (Crevecuer) και το Σανταμέρι (Saint Homer) με 400 και 500 εστίες. Η Γκρεμπενή (Gravenil) 200, το Σιδηρόκα­στρο (Castel de Fer) και το Φανάρι (Fanare) 150, το Αράκλοβο (Porcelle), η Ακου­μπά (Combe) και ο Αρχάγγελος (Saint Archangel) από 100 εστίες207. Εκτός από την τάξη μεγέθους των οικισμών, είναι σαφές στον κατάλογο ότι ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού κατά τα τέλη του 14ου αιώνα είχε ήδη μετατοπιστεί στα ορεινά. Από έγγραφα της οικογένειας Acciaiuoli, επίσης του 14ου αιώνα (1354), που απογράφουν ονομαστικά πάροικους σε μεσσηνιακά χωριά, μαθαίνουμε ότι το Κρεμμύδι (Cremidi) είχε κάποτε πριν από την πανώλη 84 εστίες, το Γρίζι (Grisi) 67, το Βουρκάνο (Bulcano) 61 και το Πετόνι (Pettonii) 76208. Το κάστρο Αρχάγγελος (Archangelo) είχε 120 τοξότες209. Τέλος στο τουρκικό κατάστιχο του 1461/63, ξαναβρίσκουμε το Βουρκάνο (Vurchanos) με 7 μόνο οικογένειες, τη Γκρεμπενή (Ghrebini) με 122, τον Αρχάγγελο (Arkhangeli) με 28, το Λοΐ (Loy) με 66, τον Πλάτανο (Platana) με 17 και το Χαλαζώνι (Kalazoni) με 9 εστίες210.

Δημοσιευμένα παραδείγματα από τειχισμένες πόλεις και κωμοπόλεις του ύστερου μεσαίωνα όπως ο Μυστράς211, το Γεράκι212, το Μουχλί213, το Λεοντάρι214, ο Λογκανίκος215 και το πλήθος των θέσεων της βορειοδυτικής Πελοπον­νήσου που κατέγραψε το «Πρόγραμμα του Μορέα»216, επιτρέπουν να σχηματί­σουμε σαφή αντίληψη για τα αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά και τη δίδυ­μη οικιστική τους μορφή: φρούριο (ακρόπολη) και κάτω πόλη (μπούργος)217 Θα σταθώ ωστόσο στο Αράκλοβο όχι τόσο για τη βυζαντινή του καταγωγή, αλ­λά γιατί αποτελεί ένα μέσο τυπικό παράδειγμα. Μικρό οχυρό στα δυτικά Σκορτά, διάσημο για τον υπερασπιστή του Δοξαπατρή Βουτζαρά218, ταυτισμέ­νο τα τελευταία χρόνια με το κάστρο στο χωριό Χρυσούλι219. Το σύνολο διαι­ρείται από δύο επάλληλους οχυρωματικούς περιβόλους σε τρία μέρη. Στο υψη­λότερο φυσικό σημείο του χώρου, ενταγμένος μέσα στον μικρό περίβολο (γου-λάς/reduit) έχει κατασκευαστεί πύργος (donjon), τελευταίο καταφύγιο. Ο μεγά­λος περίβολος, προστατεύει κάποιες απ' τις κατοικίες, ενώ στην εξωτερική του πλευρά απλώνεται στην κατηφορική πλαγιά το υπόλοιπο ανοχύρωτο τμήμα του αστικού οικισμού (borgo). Τα σπίτια, ορθογώνια αυτόνομα μακρινάρια εί­ναι κτισμένα με ξερολιθιά220.

Παράδειγμα του τύπου «ανοχύρωτο χωριό» στα νότια Κοντοβούνια αποτε­λεί το χωριό Σκάρμιγγα221. Στις πηγές εμφανίζεται το 1212 (Escaminges)222.

Μια πλούσια πηγή νερού που τρέχει κάτω από το ιερό του μεσοβυζαντινού να­ού του Σωτήρος223 αποτελούσε τον πυρήνα του αγροτικού οικισμού, στη γύρω περιοχή έχει βρεθεί βυζαντινή κεραμική224. Το τοπωνύμιο Πέρα χωριό125, λίγο δυτικά, εκεί όπου η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, είναι δηλωτικό για τη θέση κάποτε του οικισμού, το οποίο σήμερα έχει μετατοπιστεί 800 μ. ΝΝΔ και έχει μετονομαστεί Μεταμόρφωσις.

Οχυρές θέσεις, όπως το Γαρδίκι και ο Σαφλάουρος, ήταν πιθανώς μόνο κά­στρα χωρίς οικισμό. Το τελευταίο, σε χαρακτηριστικής στρατηγικότητος κορυ­φή με υψόμετρο 848 μ., είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα κάστρα των Κο-ντοβουνίων (σχέδ. 5). Η πρόσβαση γίνεται από τα νοτιοδυτικά, όπου το εκκλη­σάκι του Αγίου Αθανασίου, μέσω ενός επικίνδυνου μονοπατιού. Ο πρώτος πε­ρίβολος έχει καταστραφεί. Μια τετράπλευρη κινστέρνα (υδατοδεξαμενή), στε­γασμένη με θολωτή κατασκευή, εσωτερικών διαστάσεων 5,40 επί 3,00 μ., διατη­ρείται άθικτη. Στο κυρίως κάστρο, εκτάσεως 1.300 τετραγωνικών μέτρων, μέγι­στου μήκους 51 και πλάτους 32 μέτρα, η είσοδος είναι από τη κύρια νοτιοανα­τολική πύλη που ανοίγεται ανάμεσα σε δύο τετραγωνικούς πύργους. Τα τείχη πάχους 1,80 και αλλού 2,20 μ. διατηρούνται σε ικανό ύψος, η τοιχοποιία είναι κατασκευασμένη από ντόπιο ασβεστόλιθο και πλούσιο ισχυρό κονίαμα (μπονρτζολάνα), απουσία πλίνθων. Ένας άλλος πύργος ορθώνεται στη βορειο­ανατολική πλευρά και άλλος μισογκρεμισμένος νοτιοδυτικά. Η κυρίως περιο­χή του κάστρου υποδιαιρείται στα τρία. Στο υψηλότερο σημείο, προσκολλημέ­νο στη βόρεια και δυτική πλευρά, διασώζεται ένα μεγάλο υπόθολο ορθογώνιο κτίσμα με υπερβολικά επιμήκεις αναλογίες εσωτερικών διαστάσεων 4,60 επί 23,70 μ., που διαιρείται εσωτερικά από εγκάρσιο τοίχο σε δυο υποχώρους. Η είσοδος βρίσκεται στη στενή ανατολική πλευρά, ενώ στη νότια μακριά πλευρά ανοίγονται προς την εσωτερική αυλή τέσσερα παράθυρα, πλάτους 70 εκατο­στών, που εσωτερικά διευρύνονται (εικ. 27). Ήταν προφανώς το ισόγειο του βασικού κτιρίου διημέρευσης του τοπικού άρχοντα ή της φρουράς και αποτε­λούσε παράλληλα και το τελευταίο καταφύγιο σε περίπτωση κατάληψης του κάστρου από τους εχθρούς. Από 'κει η θέα προς την κοιλάδα του χειμάρρου Αρκαδία (ΒΔ), ή προς την κάτω μεσσηνιακή πεδιάδα μέχρι τον ομώνυμο κόλπο

(ΝΑ), απλώνεται πανοραμικά. Για τη χρονολόγηση του μνημείου, ίσως μέσα στον 14ο αιώνα, δεν μπορούμε να διατυπώσουμε προς το παρόν οριστικό συ­μπέρασμα και μάλιστα πριν από λεπτομερή αποτύπωση και αναλυτική συγκρι­τική μελέτη.

202. Στις πηγές, πλην όσον αναφέρονται σε προηγούμενες υποσημειώσεις (Cg-r, L-T, Μ-Μ, κ.λπ.), να προστεθούν: J. Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα 1995· A. Nanetti, Documenta veneta Coroni & Methoni rogata Euristica e critica documentana pergli oculi capitales Communis Veneciarum (secoli ΧΓν e XV), τ. 1A, Αθήνα 1999. Και στις εργασίες: Π. Βελισσαριου, Τοπογραφικά Βελιγόστιδος, ΕΕΒΣ, τ. 45 (1981-82), σσ. 239-252· ο ίδιος, Αρχαιολογικά Κάστρου Λινίστενας (Crievecuer), Πρακτικά τοϋ Ε' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 22), τ. 2 (1996-97), σσ. 385-410· Σ. Δραγούμης, Χρονικών Μορέως: Τοπωνυμικά, τοπογραφικά, ιστορικά, Αθήνα 1921 (ανατ. 1994)· Ά. Λαμπροπούλου, Παύλιτσα 'Ηλείας. 'Ιστορικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, Σύμμ, τ. 8 (1989), σσ. 335-359· η ίδια, Οί πανηγύρεις στην Πελοπόννησο κατά τη μεσαιωνική εποχή, στο ΚΒΕ/ΕΙΕ, Ή καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο. Τομές καί συνέχειες στην ελληνιστική και ρωμαϊκή παράδοση, Αθήνα 1989, σσ. 291-310- Θ. Μαυροειδής, Δυρράχιον πόλις αρχαία οΰτω καλούμενη, Πρακτικά τοϋ Α' Συνεδρίου

Αρκαδικών Σπουδών = Παρ. στα Πελ, τ. 12 (1977), σσ. 201-204· Τ. Vaghenas, Three castles of the Morea identified, Neo-Hellenika, τ. 1 (1970), σσ. 23-29.

203.ΧρΜορ, στχ. 8094 (σ. 328).

204.ΠΠ, τ. 1 (1912-1923), σσ. 49-55- Ί. Δημακόπουλος, «Πύργοι»: Οί οχυρές κατοικίες της προε­παναστατικής Πελοποννήσου, Πρακτικά τοϋ Γ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 13), τ. 1 (1987-1988), σσ. 342-346.

205.L-T, σ. 71 στχ. 2-6 και σ. 66 στχ. 15-16· Μ. Κορδώσης, Κάστρα, πύργοι και φρουρές στον Μορέα, άπό τά έγγραφα τών Acciaiuoli, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 24), τ. 2 (2001-2002), σ. 582.

206.Ευελπιστούμε ότι η πρόοδος του προγράμματος για την «Ιστορική γεωγραφία της βυζα­ντινής Πελοποννήσου (395-1204)» που βρίσκεται σε εξέλιξη από το ΙΒΕ/ΕΙΕ θα επιλύσει και θα φωτίσει πολλά από τα σκοτεινά προβλήματα της μεσαιωνικής τοπογραφίας, βλ. Ν. Οικονομίδης, Παρουσίαση του Προγράμματος Ιστορικής Γεωγραφίας του ΙΒΕ, στο Θέμελης και Κόντη, Πρωτο-βυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία (όπ. σημ. 67), σσ. 17-19.

207. Cg-r, σσ. 229-230· Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 692- Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σ. 68.

208. L-T, σο. 73-76, 84-87, 95-115· Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σσ. 68-69. Πρβλ. και παραπάνω σ. 33 σημ. 142.

209. L-T, ο. 127 στχ. 2-3· Κορδώσης, Φρουρές (όπ. σημ. 205), σ. 584.

210. Βλ. παραπάνω σ. 43 σημ. 195.

211. Ά. 'Ορλάνδος, Τά παλάτια και τά σπίτια τοϋ Μυστρά, ΑΒΜΕ, τ. 3 (1937), σσ. 3-114· ο ίδιος, Συμπληρωματικοί τίνες παρατηρήσεις περί των εν Μυστρά Παλαιολογείων οικιών, ΑΣ, τ. 2 (1975), σσ. 77-84· βλ. και ανατύπωση των δύο πιο πάνω άρθρων σε ανεξάρτητο τόμο με τίτλο, Τά παλάτια και τά σπίτια τον Μυστρά, Αθήνα 2000 (ΒΑΕ αρ. 203)· Χ. Μπούρας, Η πόλη του Μυστρά, στο Curcic και Χατζητρύφωνος, Κοσμική αρχιτεκτονική (όπ. σημ. 111), σσ. 76-79.

212. "Α. Σιμάτου και Ρ. Χριστοδουλοπούλου, Παρατηρήσεις στον μεσαιωνικό οικισμό τοϋ Γε-ρακίου, ΑΧΑΕ, περίοδος Δ', τ. 15 (1991), σσ. 67-88.

213. Ν. Μουτσόπουλος, Βυζαντινά σπίτια στο Μουχλί της 'Αρκαδίας, Βυζαντινά, τ. 13Α (1985), σσ. 321-353· Ε. Νταρκό, Ή ιστορική σημασία και τά σπουδαιότερα ερείπια τοϋ Μουχλίου,

ΕΕΒΣ, τ. 10 (1933), σσ. 454-482· Ι. Κάππος, Το Νίκλι-Μούχλι: δύο σημαντικά μεσαιωνικά κέντρα της Πελοποννήσου, ΒΔ, ττ. 10-11 (1999-2000), σσ. 231-240.

214. p. Velissariou, Οικιστικά τοϋ Βυζαντινού Λεονταρίου 'Αρκαδίας, Jahrbuch der Osterrei-chischen Byzantinistik [= JOB], τ. 32/4 (1982), σσ. 625-637.

215. Λ. Σουχλερής, Υστεροβυζαντινή κώμη Λογκανίκου Λακωνίας. Νεώτερα αρχαιολογικά ευρήματα, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ(= Πελ. Παρ. 24), τ. 1 (2001-2002), σσ. 355-385· Ο. Chassoura, Les peintures murales Byzantines des eglises de Longanikos (Laconie), Αθήνα 2002- Ά. 'Ορλάνδος, Βυζαντινά μνημεία των κλιτύων τοϋ Ταϋγέτου, ΕΕΒΣ, τ. 14 (1938), σσ. 461-485.

216. F. Cooper (επιμ.), Σπίτια του Μορέα. Παραδοσιακή αρχιτεκτονική της βορειοδυτικής Πε­λοποννήσου (1205-1955), Αθήνα 2002, σσ. 43-127.

217. Βλ. ακόμη Κοντογιάννης, Κάστρα στη Μεσσηνία (όπ. σημ. 113), σ. 526-531· C. Bouras, Houses in Byzantium, ΑΧΑΕ, περίοδος Δ', τ. 11 (1983), σσ. 16 κ.εξ.· ο ίδιος, City and village: urban design and architecture, JOB, τ. 31 (1981), σσ. 611-653· ο ίδιος, Κατοικίες και οικισμοί (όπ. σημ. 110), σσ. 38 κ.εξ.

218. Για το όνομα βλ. Η. Αναγνωστάκης, Βυζαντινά οινοβούτια, βουτζία και οι Βουτζαράδες του Αράκλοβου στην φραγκοκρατούμενη Ηλεία, στο Οίνον ιστορώ. Αμπελοοινική ιστορία και αρ­χαιολογία της ΒΑ Πελοποννήσου, Αθήνα 2001, σσ. 101-103.

219. Β. Σταυρόπουλος, 'Αράκλοβο, τό θρυλικό κάστρο τοϋ Βουτσαρά στό Χρυσούλι 'Ολυ­μπίας, Τριφυλιακή Εστία, τεύχ. 47 (1982), σσ. 385-399 και τεύχ. 48 (1982), σσ. 527-543· Μ. Κορδώ­σης, Ταύτιση τοϋ βυζαντινού κάστρου Άράκλοβον (Άλβενα Ηλείας), Δωδώνη, τ. 18Α (1989), σσ. 63-91· Γ. Δημητρακόπουλος, Τό Φραγκοβυζαντινό κάστρο 'Αράκλοβο, ΠελΠρωτ, τ. 8 (1964), σσ. 314-317.

220. Μ. Κορδώσης, Χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοϋ κάστρου 'Αράκλοβο ως ενιαίου οικιστι­κού συνόλου, Πρακτικά τοϋ Α ' ΔΣΠΣ(=Πελ. Παρ. 19), τ. 2 (1992-1993), σσ. 7-10.

221. To Scarmega (1927 Μεταμόρφωση) το 1700 είχε 54 κατοίκους, Παναγιωτόπουλος, Πληθυ­σμός (όπ. σημ. 142), σ. 262 αρ. 19.

222. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σσ. 426,430.

223. Εις τό χωρίον Σκάρμηγγα είναι ναός τοϋΣωτήρος, Ντόκος, Εκκλησιαστική περιουσία (όπ. σημ. 77α), BNJ, τ. 21, σ. 137 και τ. 22, σ. 348· Δημητροκάλλης, "Αγνωστοι Ναοί (όπ. σημ. 117), τ. 2 (1998), σσ. 179-199· Ά. Λαμπροπούλου και Α. Πανοπούλου, Η Φραγκοκρατία και το δεσποτάτο του Μορέως, στο ΕΙΕ, Οι μεταμορφώσεις της Πελοποννήσου (4ος-15ος αιώνας), Αθήνα 2000, σ. 75.

224. S. Gerstel, Medieval Messenia, στο J. Davis (επιμ.), Sandy Pylos. An archeological history from Nestor to Navarino, Όστιν Τέξας 1998, σ. 223 και σ. 224 εικ. 106· J. Davis, S. Alcock, J. Bennet, Υ. Lolos και C. Shelmerdine, The Pylos Regional Archaeological Project, Part 1: Overview and archaeological survey, Hesperia, τ. 66/3 (1997), σσ. 477-480.

225. G-McD, αρ. 6322 (σ. 231).