ΜΕΣΟΒΥΖΑΝΤΙΝΑ

Στις αρχές του 9ου αιώνα (805), η οργανωμένη πλέον διοικητικά σε Θέμα Πελοπόννησος85 ανασυγκροτείται και εκκλησιαστικά. Η Πάτρα, προάγεται σε μητρόπολη και οι επισκοπές Μεθώνης και Κορώνης, υπάγονται στη δικαιοδοσία της86. Η τελευταία, έχει ήδη μετατοπιστεί στο ακρωτήριο της Ασίνης, πιθανώς λόγω της δράσης Σαρακηνών πειρατών87, των Αράβων δηλαδή της Αφρικής και της Κρήτης (824-961), οι οποίοι μέχρι τα μέ­σα του 10ου αιώνα απειλούσαν τα παράλια88.

Πληροφορίες για αραβικές επιδρομές στη νότια Πελοπόννησο, μας παρέχει και ο Βίος του αγίου Θεοδώρου Κυθήρων89. Ας σημειώσουμε και τον τόπο καταγωγής του αγίου: Ήνδέ αύτοϋ πατρίς ή περιφανής των πόλεων/ Κορώνη, ή εν τφ θέμαπ Πελοποννήσου δια­κείμενη90, γράφει το κείμενο.

Η εξέγερση που ξέσπασε στο εσωτερικό του θέματος (840-842), από Σλά­βους και λοιπούς ανυπότακτους (Έλληνες;)91, δείχνει ότι οι αλλογενείς έποι­κοι, στα μέσα του 9ου αιώνα, δεν είχαν ακόμη ενταχθεί κοινωνικά, κάτι που θα προχωρήσει τον επόμενο αιώνα, μέσω της πολιτικής του εκχριστιανισμού. Μορφές, όπως ο άγιος Αθανάσιος επίσκοπος Μεθώνης (9ος αι.)92 και ο όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» (928-1005), κινήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση. Στό Βίο του οσίου Νίκωνα, όταν αυτός περιοδεύει στη νότια Πελοπόννησο (974-975) διαβάζουμε:

προς/ Μαΐνην παρεγένετο- κάκεΐθεν προς Καλομάταν μετέβη. Εΐθ' οϋτως/ ευθύ Κορώνης και Μεθώνης και Μισύνης, ην και Βουρκάνον έγχωρίως/ καλοϋσιν, έπιβάς, εις Αρκλάδας άφίκετο. Είτα και λοιπάς πάσας κωμο/πόλεις διαδραμών και πλήθη άπειρα προς μετάνοιαν όδη-γήσας ('Ελληνες) και προς/ τήν άμείνω ζωήν χειραγωγήσας (Σλάβους;), της προς τήν Σπάρτην φερούσης ήψατο93.

Η περιοχή των Κοντοβουνίων υψώνεται ανάμεσα στη Μεσσήνη και την πό­λη Αρκαδία. Κατά την πορεία του, ο όσιος, από την πρώτη (Μισύνη/ Βουρκάνο) στη δεύτερη (Αρκάδες = οι κάτοικοι της Αρκαδίας = Κυπαρισσίας), είναι πολύ πιθανό να πέρασε από τα Κοντοβούνια και να εκχριστιάνισε αβάπτιστους Σλάβους. Ο Διονύσιος Ζακυθηνός δέχεται ότι η ίδρυση της μητροπόλε­ως Χριστιανουπόλεως, στο τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα (1081)94, εντάσ­σεται στην προσπάθεια που απέβλεπε να απορροφήσει και τα τελευταία σλαβι­κά υπολείμματα95.

Κυριολεκτικά αναβαπτισμένες αναδεικνύονται από τους σκοτεινούς αιώ­νες, στο απόσπασμα του Βίου, οι δύο παραπάνω πόλεις. Η μεσαιωνική ονομα­σία Αρκαδία ή Αρκαδία (κατά λόγιο ή δημώδη τύπο), μαρτυρείται δεύτερη φο­ρά το 1097 σε κώδικα, τον οποίο έγραψε εκεί ο ρήτορας Πρόφημος96. Η άποψη ότι η μετονομασία της Κυπαρισσίας οφείλεται σε πρόσφυγες από την περιοχή-χώρα της αρχαίας Αρκαδίας, που εξαιτίας των σλαβικών επιδρομών, κατέφυ­γαν εκεί για να σωθούν (αποτέλεσε δηλαδή πόλη καταφύγιο), δεν επικυρώνεται από καμιά γραπτή πηγή και βασίζεται απλώς στην τοπωνυμική ομωνυμία97. Ποια σχέση να συνδέει άραγε την αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή Αρκαδίας, που μνημονεύεται στο «εικονοκλαστικό» τακτικό98, με την πόλη Αρκαδία; Ταυτίζο-

νται ή όχι"; Υποδηλώνεται, μήπως, μετακίνηση της αρχιερατικής έδρας στην Κυπαρισσία και σ' αυτό οφείλεται η αντικατάσταση του ονόματος της100; Εάν η εκδοχή, ότι η πόλη Αρκαδία τελούσε και έδρα αρχιεπισκοπής αληθεύει, ενδε­χομένως να είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε και την ξαφνική ανάδειξη της Χριστιανούπολης σε μητρόπολη101, η οποία, από πριν «ούτε ως επισκοπή τυγ­χάνει γνωστή»101α. Όπως κι αν έχει όμως το θέμα, η μεσοβυζαντινή Αρκαδία, με βεβαιωμένη έκτοτε ιστορική παρουσία, εξακολουθεί ως τώρα τη διαχρονική της οικιστική συνέχεια.

Κυριώνυμο τοπωνύμιο το Βουρκάνον101, όπως έγχωρίως καλείται η μεσαι­ωνική Μεσσήνη, χωριό και κάστρο τον 14ο αιώνα103, επιβιώνει ως όνομα μέχρι σήμερα, χαρακτηρίζοντας το βουνό της Ιθώμης και το εκεί νεώτερο μοναστήρι

Πρόσφατα, διατυπώθηκε υπόθεση που ερμηνεύει το τοπωνύμιο από το παλαιο-σλαβικό V'lk' (= λύκος)> V'lkan104. Την Πύλον105 επίσης, είναι εξακριβωμένο ότι αντικατέστησε το σλαβώνυμο Άβαρϊνος> Ναβαρΐνος, το οποίο μαρτυρεί-ται από τον 12ο αιώνα και αδιαλείπτως στο εξής106. Το τοπωνύμιο που βρίσκε­ται ακόμη σε χρήση, χαρακτηρίζει το λιμάνι και το φράγκικο κάστρο (= Παλιό Ναβαρίνο) που χτίστηκε στο ακρωτήρι Κορυφάσιο επάνω στα ερείπια της αρ­χαίας Πύλου. Ωστόσο, το πλησιόχωρο και άλλοτε σημαντικό χωριό, Πύλα, προδιαθέτει στο.να λανθάνει κρυμμένη στην ομόηχη ονομασία της η ανάμνηση της ένδοξης Πύλου107.

Την παρατεταμένη διαδικασία παρακμής του αρχαίου-παλαιοχριστιανικού κόσμου, της οποίας η πιο ισχυρή συνιστώσα, ήταν η βαθμιαία αντιαστικοποίη-ση-αγροτοποίηση της κοινωνίας108, κορύφωσε η καθολική έλλειψη ασφάλειας, συνέπεια, όπως αναφέρθηκε, εισβολών και επιδρομών. Η ανασφάλεια ενεργο­ποίησε αμφίρροπες μετακινήσεις πληθυσμών, που συνέβαλαν στον βαθύτατο μετασχηματισμό του οικιστικού δικτύου. Συνθέτοντας την προκύπτουσα μεσο­βυζαντινή οικιστική πραγματικότητα, στον χώρο της δυτικής Μεσσηνίας, συ­νοψίζουμε τα εξής:

α) Η Μεθώνη είναι η μόνη πόλη μακράς συνέχειας, που επέζησε με το αρ­χαίο της όνομα στην αρχαία της τοποθεσία.

β) Η Κυπαρισσία μετονομάζεται Αρκαδία, η Μεσσήνη Βούρκανο και η Πύ­λος Λβαρίνο.

γ) Η Κορώνη μετατοπίζεται στη θέση της αρχαίας Ασίνης, και

δ) Δημιουργούνται νέα πολίσματα, όπως η Χριστιανούπολη και η Καλαμά­τα109.

Σε επίπεδο πολεοδομικής οργάνωσης, στους κρίσιμους αιώνες (7ος-10ος), ολοκληρώνεται και η διαδικασία, η οποία ως έκφραση των αμυντικών ανα­γκών, μεταμόρφωσε τις πόλεις σε φρούρια ή κάστρα. Οι μεσοβυζαντινές πό­λεις, συρρικνωμένες στα τείχη τους, αναπτύσσονται δυναμικά-οργανικά απου­σία σχεδιασμού. Η Ιπποδάμεια πολεοδομική μορφή έχει προ πολλού εγκατα­λειφθεί110. Δυναμική ανάπτυξη και πυκνή δόμηση είναι αντιπροσωπευτικά γνωρίσματα πόλεων της μέσης περιόδου, που παρέμειναν αμετάβλητα πρότυ­πα οικιστικής πρακτικής στον ύστερο μεσαίωνα (13ο-15ο αιώνα)111.

Πηγαίες πληροφορίες για πόλεις-κάστρα, στα 1154, έχουμε στο έργο του Άραβα γεωγράφου Edrisi112 και μετά από μισό αιώνα στο «Χρονικό του Μορέ-ως». Αλλεπάλληλες οικιστικές φάσεις, συνέχεια κατοίκησης και καταστροφές στις μεσοβυζαντινές πόλεις, δυσχεραίνουν την ανασύνθεση της αρχικής τους μορφής113. Ένα πελοποννησιακό ωστόσο παράδειγμα μεσοβυζαντινής πόλης-

κάστρου παρέχει η «παλαιά Καρυούπολη»114. Στον αγροτικό χώρο παράδειγ­μα μεσοβυζαντινής εγκατάστασης με ναό και οικοδομήματα ανεσκάφη στα Νί-χώρια Μεσσηνίας115.

Ο Βενέδικτος του Πήτερμπρω στα 1191 παρατηρεί, ότι η περιοχή της Κο­ρώνης (Curun) είχε τόσες πολλές ελιές, όσες πουθενά στον κόσμο116. Πράγματι, η οικονομική ευμάρεια επιβεβαιώνεται από έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Ένας ικανός αριθμός εκκλησιαστικών μνημείων του 11ου και 12ου αιώνα έχει καταγραφεί. Σπουδαιότερα είναι η Αγια-Σωτήρα στους Χριστιανούς και τα καθολικά του Ανδρομονάστηρον %αι της Σαμαρίνας111.

Τις παραμονές της Φραγκοκρατίας, η οικονομία ελεγχόταν από τοπικούς άρχοντες με μεγάλες ιδιοκτησίες. Στη Συνθήκη Διανομής (Partitio Romanie) των βυζαντινών εδαφών μεταξύ Σταυροφόρων και Βενετών, το 1204, μνημονεύο­νται κτήματα της Ειρήνης, κόρης του αυτοκράτορα Αλέξιου του Γ' (1195-1203), τα μεσσηνιακά χωριά Μύλοι (Molineti) και Παντοκράτορας (Pantocratora)118

82. ή Ιστορία Β) (610-867), Θεσσαλονίκη 21998, σσ. 289-290, 373.

83. Πατριαρχοΰντος έτι Ταρασίου (t 25 Φεβρουαρίου 806), γράφει το Χρονικό της Μονεμβα­σίας, Λάμπρος, (όπ. σημ. 71), σσ. 103, 107· Darrouzes, Notitiae Episcopatuum (όπ. σημ. 79), notitia 7, σ. 284 αρ. 549-555.

84.    Φ. Λίτσας, Κορώνη, Ή προσωπογραφία μιας πολιτείας, Αθήνα 1983, σσ. 204-205.

85.    Ά. Σαββίδης, «Πελοπόννησος και Μουσουλμάνοι: OL αραβικές επιδρομές και οι πληροφο­ρίες τών Αράβων συγγραφέων (8ος-13ος αιώνες)», Βυζαντιναϊ Μελέται [= ΒΜ], τ. 4 (1992), σσ. 370-384. Μεταξύ 872-878 Σαρακηνοί της Κρήτης στρέφονται κατά της Μεθώνης και Πύλου· το 880 ο ναύαρχος Νάσαρ, νικητής των Αφρικανών έξω από την Μεθώνη, αφιέρωσε τα συλληφθέντα εχθρικά πλοία στην εκεί τοπική εκκλησία· βλ. ο ίδιος, On Pylos-Navarino-Zonklon in the Byzantine

period, late 6th-early 13th centuries, στο βιβλίο του: Βυζαντινή προσωπογραφία, Τοπική ιστορία και Βυζαντινοτουρκικές σχέσεις, Αθήνα 1994, σ. 81· Φ. Ευαγγελάτου-Νοταρά, Ή Μεθώνη σταθμός στα ταξίδια βυζαντινών αυτοκρατόρων στή Δύση, Πελ, τ. 16 (1986), σ. 97· Α. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Β'2 (867-1081), Θεσσαλονίκη 21997, σσ. 27, 411· Ν. Κωτσίρης, Συμβολή στην ιστορία της Μεθώνης, Αθήνα21983, σσ. 32-33.

89. Ν. Οικονομίδης, Ό Βίος τοΰ Αγίου Θεοδώρου Κυθήρων (10ος αι.) (12 Μαΐου-BHG3 αρ. 2430), Πρακτικά τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 1, Αθήνα 1967, σσ. 264-291. Ο Θεόδωρος ασκήτε-ψε στα Κύθηρα επί Ρωμανού Α' Λεκαπηνού (920-944), τα οποία ήταν εντελώς ακατοίκητα τότε εξ αιτίας των συχνών αραβικών επιδρομών. Πρβλ. Π. Νιαβής, Οι αραβικές επιθέσεις στή Λακωνική κατά τή Μεσοβυζαντινή περίοδο, Β Μ, τ. 3 (1991), σσ. 261-275.

90. Οίκονομίδης, Βίος Θεοδώρου (όπ. σημ. 89), σ. 282 στχ. 46-7.

91. Και που καθυπέταξε ο στρατηγός του θέματος Θεόκτιστος Βρυένιος, βλ. Πορφυρογέννη­τος, Προς ίδιον νίόν(όπ. σημ. 75), κεφ. 50, σ. 232 στχ. 6-15.

92. Έ. Παπαηλιοπούλου-Φωτοπούλου, Παρατηρήσεις και προσθήκες στό «dossier» ενός λη­σμονημένου αγίου της Βυζαντινής Μεθώνης, Πρακτικά τοΰ Α ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 5), 1978, σσ. 236-258.

93.     Ό. Λαμψίδης, Ό εκ Πόντου όσιος Νίκων ό Μετανοείτε (Κείμενα-Σχόλια), Αθήνα 1982 (= ΆρχεΐονΠόντουΠαρ. 13), σ. 62, παράγραφος 22 στχ. 18-23 (Βαρβεριανός κώδικας 583), βλ. και σ. 187 στχ. 22-27 (Κουτλουμουσιανός κώδικας 210), όπου οι σωστές γραφές Καλαμάταν και 'Αρκά­δας, σχόλια σσ. 423-425. Πρβλ. Σ. Λάμπρος, Ό βίος Νίκωνος τοΰ Μετανοείτε, ΝΕ, τ. 3 (1906), σ. 161 στχ. 10-16

94. Π. Ζερλέντης, Αι μητροπόλεις Χριστιανουπόλεως και "Αργούς και Ναυπλίας, Αθήνα 1922, σσ. 3-4· Γριτσόπουλος, Εκκλησία Πελοποννήσου (όπ. σημ. 38), σσ. 508-512.

95. «Δια τής μετατοπίσεως τοΰ κέντρου τοΰ βάρους εκ της Κορίνθου, εγγυτέρου σημείου της χερσονήσου, αρχικώς μέν εις τάς Πάτρας, ακολούθως δέ εις τήν Λακεδαίμονα και τήν Χριστιανού-πολιν, ή πολιτική τής κοσμικής και τής εκκλησιαστικής εξουσίας άπέβλεψεν εις τήν δημιουργίαν καταλλήλων σημείων έξορμήσεως δια τήν έδραίωσιν τής χριστιανικής πίστεως εις τους ελληνικούς πληθυσμούς και τήν άφομοίωσιν των τελευταίων λειψάνων των σλαβικών εποικήσεων. Ή έπέκτα-σις τών εκκλησιαστικών περιφερειών εις αυτό τό έπίκεντρον τής αντιστάσεως συνεπλήρωσε το έργον τής μεγάλης αφομοιωτικής και εκπολιτιστικής προσπάθειας τής Εκκλησίας και τοΰ Κρά­τους». Ζακυθηνός, Σλάβοι (όπ. σημ. 75), σ. 100.

96. Α. Τσελίκας, Παρατηρήσεις σέ Πελοποννησιακά χειρόγραφα τοϋ 11ου, 12ου και 13ου αιώνος, Πρακτικά τοϋ Γ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 13), τ. 2 (1987-88), σ. 490.

97. Ι. Φαλμεράιερ, Ιστορία της χερσονήσου του Μοριά κατά το Μεσαίωνα, μτφρ. Π. Ζοφτζό-γλου, Αθήνα 2002, σσ. 299-300- Δ. Βαγιακάκος, Κυπαρισσίας ονοματολογικά, Πρακτικά τοϋ Β ' Το­πικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 10), 1984, σσ. 287-289. Με τον ίδιο συλλογι­σμό επιχειρείται να εξηγηθεί και η εμφάνιση μεσσηνιακής Μαντινείας στην παραλιακή θέση της αρ­χαίας Αβίας, βλ. Σ. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, Αθήνα [= ΠΠ], τ. 1 (1912-1923), σ. μ'. Η Μαντινεία της Έξω (μεσσηνιακής) Μάνης, αναφέρεται πρώτη φορά στο «Μεγάλο Χρονικό/ Chronicom Majus» του Σφραντζή, όταν εγκαταστάθηκε εκεί ευθύς μετά την πώληση της Θεσσαλονί­κης το 1423, ο δεσπότης της τελευταίας Ανδρόνικος Παλαιολόγος, βλ. Γ. Σφραντζής, Χρονικόν, μτφρ. Τ. Βουρνάς, Αθήνα 2001, τ. 1, σ. 168. Στο «Μικρό Χρονικό/ Chronicom Minus» η Μαντινεία πρωτοαναφέρεται το 1458, βλ. R. Maisano (επιμ.), Giorgio Sfranze - Cronaca (CFHB αρ. 29), Ρώμη 1990, σ. 150 στχ. 15. Πρβλ. Θ. Μπελίτσος, Η μεταβυζαντινή Μαντινεία. Η εξέλιξη του οικισμού από τον 15ο ως τον 18ο αιώνα, Μεσσηνιανά Χρονικά, τ. 2 (2000-2002), σσ. 575-584.

98. Αναγράφεται στη δεύτερη, μετά από την πρώτη θέση που κατέχει η αρχιεπισκοπή Πατρών: α' επαρχία Ελλάδος ό Πατρών, β' επαρχία Πελοπονήσου ό Αρκαδίας, βλ. Darrouzes, Notitiae Episcopatuum (όπ. σημ. 79), Notitia 3, σ. 232 αρ. 55-56. Πρβλ. στο Συνέκδημο (όπ. σημ. 69): Ήλις μητρόπολις Αρκαδίας, εδώ «μητρόπολις» με την κοσμική-πολιτική έννοια. Αυτό το μέρος του τα­κτικού, των αυτοκέφαλων αρχιεπισκοπών, Darrouzes, (όπ. σημ. 79), σσ. 232-233 αρ. 55-94, μπορεί

να τοποθετηθεί χρονολογικά, πριν το 805, οπότε η Πάτρα υψώνεται σε μητρόπολη, και μετά το 732 (απόσπαση του ανατολικού Ιλλυρικού από τον πάπα), αφού όπως γράφει ο Κυριακίδης, Σλάβοι (όπ. σημ. 71), σ. 57: «αϊ αυτοκέφαλοι αρχιεπίσκοποι είναι θεσμός της 'Ανατολής και όχι της Δύσε­ως» ή μετά το 754, όπως χρονολογεί εκτιμώντας από την ιεραρχική άνοδο της αρχιεπισκοπής Εύχαΐτωνϊ] Κουντούρα-Γαλάκη, Συμβολή στην Ιεραρχία (όπ. σημ. 79), σ. 76.

99. Εάν είναι άσχετες, τότε η μετονομασία της πόλης συνέβη μεταξύ 527 και 975 (Συνέκδημος-
Βίος Νίκωνος). Εάν ταυτίζονται, περιοριζόμαστε μεταξύ 527 και 732/805.

100.    Τέτοιες μετακινήσεις μετά και τοϋ ιδίου αυτών επισκόπου αναφέρει το «Χρονικό της Μο­νεμβασίας», τόσο για τον εξοικισμό του πληθυσμού της Λακεδαίμονος στη Μονεμβασία, όσο και κατά τον επαναπατρισμό των Πατρινών, βλ. Λάμπρος (όπ. σημ. 71), σσ. 100-106.

101.    Με μετάθεση δηλαδή της αρχιερατικής έδρας από την Αρκαδία στη Χριστιανούπολη = Χριστιανού (αρχαία Αλίαρτος;), μεταξύ 732/754 και 1081. Η Χριστιανούπολη τότε, αν κρίνουμε από το όνομα της, ήταν πολυάνθρωπη, μεσόγεια και άρα πιο ασφαλής, αν εικάσουμε ως αιτία με­τατόπισης της αρχιερατικής έδρας τις πιθανές γι' αυτή την περίοδο αραβικές επιδρομές. Ας προ­σθέσουμε εδώ ότι στα εκκλησιαστικά τακτικά του 11ου-13ου αιώνα, η Χριστιανούπολις, στην 76η θέση, υστερεί ασφαλώς στην πρωτοκαθεδρία έναντι των μητροπόλεων Κορίνθου (27η) και Πατρών (32η), προηγείται όμως της Λακεδαιμόνιας (78η), βλ. Darrouzes, Notitiae Episcopatuum (όπ. σημ. 79), Notitia 11 (του 11ου αι.), σ. 344 αρ. 79, επί συνόλου 80 μητροπόλεων Notitia 12 (12ου αι.), σ. 350 αρ. 76, επί συνόλου 89· Notitia 15 (μετά το 1262), σ. 382 αρ. 76, επί συνόλου 80- Notitia 16 (14ου), σ. 388 αρ. 76, επί συνόλου 83. Την 78η θέση, επί συνόλου 86, κατέχει στη Notitia 13 (12ου αι.), σ. 368 αρ. 786. Στα τακτικά του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1282-1328), φέρεται υποβαθμι­σμένη, εξαιτίας της φραγκοκρατίας, στην 92η (Notitia 17, σ. 400 αρ. 92, επί συνόλου 112) και 91η θέση (Notitia 18, σ. 407 αρ. 92, επί συνόλου 111). Στο τακτικό του Ανδρόνικου Γ' Παλαιολόγου (1328-1341), έχει αποκατασταθεί στην παλιά της σειρά (76η) Notitia 19, σ. 413 αρ. 99, επί συνόλου 110 μητροπόλεων. Πρβλ. Βασιλικοπούλου, Εκκλησιαστική οργάνωση (όπ. σημ. 79), σσ. 201-204. Στην μετά την άλωση εποχή η Χριστιανούπολις κατείχε την 42η θέση επί συνόλου 72 μητροπόλε­ων, Notitia 21 (γύρω στο 1500), σ. 420 αρ. 47.

101α. Ζερλέντης, Αϊ μητροπόλεις (όπ. σημ. 94), σ. 4.

102.    Βλ. όνομα Ευστάθιος ό Βουρκανός, πάροικος της Νέας Μονής Χίου, σε σιγίλλιο του 1051, Μ-Μ, τ. 5 (1887), σ. Τ Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, Ή ονομασία της 'Ιεράς Μονής Βουλκάνου (Ανάτυπο απο το περιοδικό Διδαχή, τ. 29), Καλαμάτα 1975, σσ. 3-25.

103.    Για τον μεσοβυζαντινό οικισμό, βλ. Θέμελης, Υστερορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Μεσ­σήνη (όπ. σημ. 67), σ. 35 και σ. 53 εικ. 16. Το 1354 το Βουρκάνο φέρεται με 61 εστίες, J. Longnon και P. Topping, Documents sur le regime des terres dans la principaute de Moree au XlVe siecle, Πα-ρίσι-Χάγη 1969 [= L-T], σσ. 95-101,245· P. Topping, The Post-classical documents, MME, o. 68.

104.   Η. Αναγνωστάκης, Ιστορικογεωγραφικές σημειώσεις, Σύμμ, τ. 8 (1989), σσ. 69-79, 82.

105.   ...που την μοναδική της μνεία κατά την 8η δεκαετία του 9ου αιώνα χρωστάμε στον Σκυλί-τζη, και αν βεβαίως η πληροφορία δεν οφείλεται απλώς στην όποια αρχαιογνωσία του χρονογρά­φου. Βλ. Sawides, Pylos-Navarino-Zonklon (όπ. σημ. 88), σ. 81.

106.   Βλ. π.χ. χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου του 1293: και κατέρχεται εις την Πύλον, τον καλούμενον Αβαρίνον, εν φ και λιμην μέγας, Μ-Μ τ. 5 (1887), σ. 160· Sawides, Pylos-Navarino-Zonklon (όπ. σημ. 88), σσ. 81-84· ο ίδιος, Notes on Navarino in the Frankish, Venetian and early Ottoman periods, στο βιβλίο του: Βυζαντινή προσωπογραφία (όπ. σημ. 88), σσ. 85-89· Χ. Μπαλτάς, Πύλος, Ναβαρίνο, Νιόκαστρο, Ανάκτορο Νέστορος, Αθήνα21997, σσ. 160 κ.εξ.

107.   Σαν τοπωνύμιο Pyla απαντά το 1354, L-T, σσ. 247-248. Στην ίδια περιοχή μαρτυρείται και το ενδιαφέρον τοπωνύμιο Σκλαβοχώρι (sclavoforo), αυτόθι, σ. 82 στχ. 9. Η σημασία του χωριού Πύλα προκύπτει από «ενθύμηση» αναφερόμενη στην εκεί παραμονή του αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγου, πριν αναχωρήσει μαζί με τον πατριάρχη Ιωσήφ για τη σύνοδο Φεράρας-Φλωρε-ντίας: στις 28 Δεκεμβρίου 1437 ήλθεν ό βασιλεύς ό κύρ Ιωάννης εις την/ Πύλαν με τα φουσάτα του, και εις τάς γ' τοϋ Ίαννουαρίου έξέβη/ό πατριάρχης και ή σύνοδος όλη και επήγαν εις τήν Πύ­λαν, όπου/ήταν ό βασιλεύς ό κύρ Ιωάννης,Σ. Λάμπρος, ΠΠ, τ. 3 (1926), σ. 362 στχ. 8-11· ο αυτός, Ενθυμήσεων ήτοι χρονικών σημειωμάτων συλλογή πρώτη, ΝΕ, τ. 7 (1910), σσ. 156-157 αρ. 115.

108.   Δ. Ζακυθηνός, Βυζαντινή Ιστορία (324-1071), Αθήνα 1972 (ανατ. 1989), σ. 149-156· Τ. Λουγγής, Η εξέλιξη της βυζαντινής πόλης από τον τέταρτο στο δωδέκατο αιώνα, Βυζαντιακά, τ. 16 (1996), σσ. 33-67- Μ. Κορδώσης, Ιστορικογεωγραφικά πρωτοβυζαντινών και εν γένει παλαιοχρι­στιανικών χρόνων, Αθήνα 1996, σσ. 230-233.

109.    Κατά τον Πορφυρογέννητο, τον 10ο αιώνα, 40 οικισμοί του θέματος Πελοποννήσου θεω­ρούνται πόλεις, εξ φν είσιν επίσημοι/ Κόρινθος μητρόπολις, Σικυών, "Αργός, Λακεδαιμόνια της Λακωνικής ή/πριν Σπάρτη, ετέρα μητρόπολις αϊ λεγόμεναι Πάτραι.Βλ. Περί Θεμάτων (όπ. σημ. 72), σ. 90 στχ. 4-6.

110.    Χ. Μπούρας, Πολεοδομικά των μεσοβυζαντινών και υστεροβυζαντινών πόλεων, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας [= ΔΧΑΕ], περίοδος Δ', τ. 20 (1999), σσ. 89-98· ο ίδιος, Κατοικίες και οικισμοί στη βυζαντινή Ελλάδα, στο Ό. Δουμάνης και P. Oliver (επιμ.), Οικι­σμοί στην Ελλάδα, Αθήνα 21979, σσ. 42-48· Ν. Μουτσόπουλος, Η πρώιμη βυζαντινή και η μεσοβυ-ζαντινή πόλη, Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχ. 64 (1997), σσ. 29-58.

111.    Πρβλ. παραδείγματα στο S. Curcic και Ε. Χατζητρύφωνος (επιμ.), Κοσμική μεσαιωνική αρχιτεκτονική στα Βαλκάνια (1300-1500) και η διατήρηση της, Θεσσαλονίκη 1997.

112.    Αναφέρονται οι παραλιακές πόλεις: Arkadia (Αρκαδία), Irouda (Ναβαρίνο), Motonia (Με­θώνη), Nama (Μαράθι), Coronia/ korunia (Κορώνη), Maitha/ maita (Καλαμάτα), Malaia (Μαΐνη), el-Kedemona/lakedemuna (Λακεδαίμονα), Maliassa/ maliasa (Μονεμβασία), Gethuria (Γεράκι) κ.ά. (η δεύτερη αναγραφή στα ονόματα προέρχεται από τον χάρτη του 1192). Ο Edrisi υπολογίζει ότι η Πελοπόννησος είχε 50 πόλεις, 21 αναφέρει ονομαστικά, ενώ στο χάρτη σημειώνονται 17 πόλεις-κάστρα. Βλ. Κ. Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 333 μ.Χ.-ΠΟΟ (= τ. 1), Αθήνα 81994, σσ. 214-216· Bon, Peloponnese (όπ. σημ. 61), σσ. 156-157, σ. 20 χάρτης (του 1192)· Α. Sawides, Morea and Islam, 8th-15th centuries: a survey, Jourmal of Oriental and African Studies, τ. 2 (1990), σσ. 44-45· ο ίδιος, Πελοπόννησος και Μουσουλμάνοι (όπ. σημ. 88), σσ. 380-382. Ειδικότερα για τη νότια Πελοπόννησο βλ. Μ. Κορδώσης, Ή περιγραφή της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου από τον Άραβα περιηγητή Edrisi, Πρακτικά τοϋ Β ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 8), τ. 2 (1981-82), σσ. 261-268- Ν. Μουτσόπουλος και Γ. Δημητροκάλλης, Ή ταύτισις της Gethuria τοΰ Edrisi μέ το Γεράκι, ΑΣ, τ. 9 (1988), σσ. 61-69· Ν. Ζέρβης, Ό Άραβας γεωγράφος Edrisi καί ή Καλαμάτα, Μεσσηνιακά Γράμμα­τα [= ΜΓ], τ. 2 (1967), σσ. 469-479· Π. Κατσαφάδος, Η συμβολή περιηγητικών κειμένων, χαρτών και χαρακτικών στην επίλυση του προβλήματος της ταύτισης των «κάστρων της Μάνης», στο Γ. Σαΐτας (επιμ.), Μάνη, Μαρτυρίες για το χώρο και την κοινωνία. Περιηγητές και επιστημονικές αποστολές (15ος-19ος αιώνας), Αθήνα 1996, σσ. 114-122· ο ίδιος, Τα Κάστρα της Μαΐνης, Αθήνα 1992, σσ. 287-291.

113.    Ν. Κοντογιάννης, Κάστρα και οχυρώσεις στην Μεσσηνία κατά τους Μεσαιωνικούς καί

Νεώτερους χρόνους, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 24), τ. 2 (2001-2002), σσ. 522-524. Μια ιδέα χώρου-τόπου, μπορεί να σχηματίσει κανείς από κατόψεις κάστρων και τοπογραφικά, βλ. Bon, Moree (όπ. σημ. 44), πίνακες στο Album, πίν. 92 (Καλαμάτα), πίν. 99 (Αρκαδία)· Ε. Καρποδίνη Δη­μητριάδη και Ν. Λιανός, Κάστρα της Πελοποννήσου, Αθήνα 1990, σσ. 154-155 εικ. 128 (Κορώνη), σσ. 174-175 εικ. 140 (Μεθώνη)· Π. Γρηγοράκης, Σ. Μιγάδη και Δ. Χαραλάμπους, Μεθώνη-Κορώνη, ΕΠΑ, τ. 4 (1990), εικ. σ. 47- Κ. Andrews, Castles of the Morea, Πρίνστον New Jersey 1953, πίν. 1-2 (Κορώνη), πίν. 5 (Καλαμάτα), πίν. 14, 16-17 (Μεθώνη), πίν. 18 (Αρκαδία).

114.   Η Καρυούπολις της Κάτω Μάνης αναφέρεται στις πηγές το 821/2. Ρ. Έτζέογλου, Καρυ-ούπολις, μιά ερειπωμένη βυζαντινή πόλη, ΑΣ, τ. 9 (1988), σσ. 3-60.

115.   W. McDonald, W. Coulson και J. Rosser (επιμ.), Excavations atNichoria in Southwest Gree­ce, τ. 3: Dark Age and Byzantine Occupation, Μιννεάπολη 1983, σσ. 351 κ.εξ.

116.   Α. Harvey, Οικονομική ανάπτυξη στό Βυζάντιο (900-1200), μτφρ. Έ. Σταμπόγλη, Αθήνα 1997, σ. 240· Κατσαφάδος, Κάστρα Μαΐνης (όπ. σημ. 112), σσ. 253-255· Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σ. 66.

117.   Χ. Μπούρας, Βυζαντινή καί Μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήνα 2001, σσ. 138, 140-141· Χ. Μπούρας και Λ. Μπούρα, Ή ελλαδική ναοδομία κατά τόν 12ο αιώνα, Αθήνα 2002, σσ. 64-66, 291-296, 320-324, όπου και πλήρης βιβλιογραφία· Κ. Καλοκύρης, Βυζαντιναι έκκλησίαι της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Θεσσαλονίκη 1973- Γ. Δημητροκάλλης, "Αγνωστοι Βυζαντινοί Ναοί Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, Αθήνα, τ. 1 (1990) και τ. 2 (1998)· Β. Αθανασο­πούλου, Βυζαντινές εκκλησίες της Μεσσηνίας, ΜΓ, τ. 2 (1967), σσ. 32-50· Ά. 'Ορλάνδος, Ή εν Χρι­στιανού της Τριφυλίας βυζαντινή εκκλησία της Μεταμορφώσεως τοϋ Σωτήρος, ΠελΠρωτ, τ. 1 (1957), σσ. 15-18. Επισημαίνω εδώ την απουσία μελετών για μνημεία της μητρόπολης Τριφυλίας και Ολυμπίας.

118.   Στο ίδιο επίσης όριον (orium) Πατρών και Μεθώνης, αναφέρονται κτήματα των οικογε­νειών Βρανά και Καντακουζηνού. Δ. Ζακυθηνός, Μελέται περί της διοικητικής διαιρέσεως καί της επαρχιακής διοικήσεως εν τω Βυζαντινά) κράτει, Έπετηρίς 'Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών [= ΕΕΒΣ], τ. 21 (1951), σσ. 184-186· Α. Carile, Partitio terrarum imperii Romanie, Studi Veneziani [= SV], τ. 7 (1965), σ. 219 στχ. 57-62 και σσ. 260-262. Για τους Μύλους (Molini/Molina) σε έγγραφο του 1361, βλ. L-T, σσ. 248-249. Η λίστα τιμαρίων του 1391 αναφέρει La Molines με 40 εστίες, βλ. C. Hopf, Chroniques greco-romanes, inedites ou peu connues, Βερολίνο 1873 (ανατ. Αθήνα 1961) [= Cg-r], σ. 230· Bon, Moree (όπ. σημ. 44), σ. 692. Πρβλ. Κ. Κόμης, Πληθυσμός και οικισμοί της Μά­νης (15ος-19ος αιώνας), Ιωάννινα 1995 (= Δωδώνη Παρ. 57), σ. 314 αρ. 75.