ΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ

Στο άμεσο φυσικό περιβάλλον του κά­θε χωριού υπάρχει μια ζωτική περιοχή που την ελέγχει. Με πηγές, εξωκκλήσια, χωράφια και αλώνια της κατακερματισμένης σε μικρά τεμάχια περιουσίας κ.λπ. Τα σύνορα της με άλλες γειτονικές καθορίζονται από γραμμές απορροής, ρέματα ή άλλα χαρακτηριστικά σημάδια του τόπου283. Περί το κέντρο της βρί­σκεται κτισμένο το καθεαυτό σύνολο των οικοδομών.

θεωρώντας τον δομημένο χώρο των οικισμών σε κάτοψη, κυριαρχεί η εντύ­πωση της διασποράς. Ανεξάρτητα σπίτια, χωρίς να εφάπτονται δηλαδή το ένα με το άλλο, σε μια ελεύθερη διάταξη, σκόρπια εδώ και εκεί. Αποτέλεσμα μιας ανάπτυξης «δυναμικής» χωρίς σχέδιο, κοινός τρόπος άλλωστε σε μεταβυζαντι­νά σύνολα. Κοιτάζοντας σε όψη κυριαρχεί η κλιμακωτή διάταξη των κτιριακών όγκων, έτσι όπως ωραία πατάνε στο πρανές και ακολουθούν την κατωφέρεια.

Είναι αδύνατο να προχωρήσουμε εδώ στην τυπική διάκριση: ομόκεντρο, γραμμικό ή ελεύθερο284 χωριό, αφού όλα υπάγονται στον τύπο του τελευταίου. Σημεία με δημόσιο χαρακτήρα είναι οι εκκλησίες, οι βρύσες (κρήνες)285, τα πη­γάδια, ο τόπος του πανηγυριού, αν υπάρχει, και το νεκροταφείο. Πλατεία με δυσκολία θα συναντήσεις ακόμα και στα μεγαλύτερα, ενώ αν ψάξεις τον οικι­στικό πυρήνα ο προσδιορισμός θα σταθεί αδύνατος. Ένας δρόμος μπορεί να τα διασχίζει, και αυτός όμως ανοιγμένος σχετικά πρόσφατα. Επιμένοντας κα­νείς με την τυπολογία, το μόνο που θα κερδίσει είναι να τα ξεχωρίσει ως προς τη διάσπαση του δομημένου χώρου (σχέδ. 15):

α) Σε χωριά με «ενιαίο» δομημένο χώρο, όπως η Ποταμιά, η Ασούτενα, το Καλογερέσι, η Μάλη κ.ά.

β) Σε χωριά που «διχάζονται», όπως η Πάνω Βούτενα, του Σελά και του Χαλβάτσου. Κάποτε ο διαχωρισμός μπορεί να δικαιολογηθεί από την τοπο­γραφία, κυρίως από μικρά ποτάμια και ρέματα. Άλλοτε πάλι, όπως στο Σαπρίκι, θα πρέπει να υποθέσουμε λόγους κοινωνικούς· του τύπου της προσθετικής έλευσης νέων κατοίκων που οι ντόπιοι θα έβλεπαν περιφρονητικά (ξενοχωρίτες), και

γ) Σε χωριά που ο δομημένος χώρος «διαλύεται» στα τρία, όπως είναι του Ράδου, η Πάνω Λεντεκάδα και του Κεφαλινού.

Τα περισσότερα (27) και μικρότερα χωριά ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Κάποια υποσύνολα του οικισμού, όπως τα παραπάνω, συχνά αποκαλούνται «ρούγες», για παράδειγμα «Πέρα ρούγα» στου Σελά ή Μεσιανόρουγα και Πα

λιόρουγα στην Πάνω Βούτενα286. Μια δεύτερη ανίχνευση για «ομάδες σπι­τιών» προκύπτει από τα οικογενειακά ονόματα και το κτητικό επίθεμα «-αίι-κα», π.χ. Λαμπιραίικα (Χ 1), Αίοιιλααηα (Ηλιόπουλος, Χ 10) κ.λπ. Σήμερα δεν έχει πάντοτε σαφές τοπογραφικό αντίκρισμα, παραπέμπει ωστόσο στη δομή της οικογένειας κατά τον 19ο αιώνα287.

Οι εκκλησίες είναι χωροθετημένες είτε στην περίμετρο του δομημένου χώ­ρου είτε εκτός. Η Αλκή Κυριακίδου Νέστορος288, η πρώτη που το έχει επισημά­νει, του αποδίδει συμβολισμό και υπερβατικές ερμηνείες που κάποιοι έχουν υι­οθετήσει289. Για την περίπτωση μας, νομίζω ότι μια τέτοια θεώρηση θα ήταν τουλάχιστον υπερβολικά τολμηρή.

Η πυκνότητα δόμησης στους οικισμούς έχει μια μέση τιμή 1,8 κτίσματα ανά στρέμμα και μπορεί να συγκριθεί με αυτή κάποιων «ημιορεινών» χωριών290 που ανέρχεται στο 2,3. Από μία στατιστική που έγινε σε 15 χωριά (XX 1-6, 9-13, 15-18), απομονώνοντας όσα σπίτια είχαν ορθογώνια κάτοψη291, βρέθηκε ότι το 89,5% είναι τοποθετημένα με τον μεγάλο άξονα κάθετο στις υψομετρι­κές καμπύλες. Τα πλεονεκτήματα της διάταξης απαριθμεί ο Ορλάνδος στις συ­μπληρώσεις του για τον Μυστρά292.

Στην αρχιτεκτονική της κατοικίας, κυριαρχεί σχεδόν αποκλειστικά το πέ­τρινο κεραμοσκεπές με τρίρριχτη στέγη ανωγοκάτωγο μακρινάρι, της «σχο­λής» των Λαγκαδιανών μαστόρων293. Στα παρακάτω ωστόσο θα στρέψουμε το ενδιαφέρον μας σε ό,τι έχει επιβιώσει από «παλαιότερα». Πριν δηλαδή την εκ­δήλωση της έντονης ανοικοδόμησης μετά την απελευθέρωση, η οποία, όπως δείχνουν τα έστω λιγοστά ενεπίγραφα κτίσματα294 σημειώνεται στις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες του 19ου αιώνα και στην πρώτη του 20ού295.

283.Κυριακίδου-Νέστορος, Μελετήματα Ι (όπ. σημ. 48), σσ. 30, 53. Θέτοντας στον χάρτη όλα τα τοπωνύμια που αποδίδονται σε ένα χωριό, μπορούμε να χαράξουμε την «μεγάλη περίμετρο».

284.Ή αντίστοιχα κυκλικό, επίμηκες, ασύμμετρο, Δ. Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαο­γραφία, Αθήνα 41992, σ. 163· Μπιμπίκου-Αντωνιάδη, προβλήματα Χωρίου (όπ. σημ. 274), σ. 146.

285.Λ. Μπαρδάκος και Α. Τότσικας, Παραδοσιακές Κρήνες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1989.

286. G-McD, αρ. 4740 (σ. 195) και 6007 (σ. 224). Η μεσαιωνική λέξη «ρούγα» σήμαινε πλάτωμα μέσα στο χωριό και κατ' επέκταση την συνοικία ή γειτονιά.

287. Πατριαρχία και ανδροπατροτοπική εγκατάσταση των νέων ζευγαριών, τάση δηλαδή για σύνθετα νοικοκυριά βλ. Ψυχογιός, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί (όπ. σημ. 266α), κυρίως σσ. 97 κ.εζ.

288. Κυριακίδου-Νέστορος, Μελετήματα Ι (όπ. σημ. 48), σσ. 30-34.

289. Α. Λαγόπουλος, Ο ουρανός πάνω στη γη. Τελετουργίες καθαγίασης του ελληνικού παρα­δοσιακού οικισμού και προέλευση τους, Αθήνα 2003- ο ίδιος, Ο θρησκευτικός συμβολισμός της βυ­ζαντινής πόλης, Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχ. 64 (1997), σσ. 73-74- ο ίδιος, Ανθρωπολογία του χώρου: «Ζώσιμο» και «σταύρωμα» του χωριού στην Ελλάδα, στο Χ. Χατζητάκη-Καψωμένου (επιμ.), Ελληνικός Παραδοσιακός Πολιτισμός, Λαογραφία και Ιστορία, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 84-93. Πρβλ. Γ. Δημητροκάλλης, Θρησκειολογικές και λαογραφικές παρατηρήσεις στην πολεοδομική διάρθρωση Θρακικών οικισμών, στο ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ, Γ' Συ­μπόσιο Λαογραφίας τοΰ βορειοελλαδικού χώρου, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 199-231.

290. Στυλιανού, Μουζάκι, Μαργέλι και Κάτω Λεντεκάδας.

291. 429 από τα 741 δηλαδή το 57,9%, βλ. πίν 11.

292. 'Ορλάνδος, Συμπληρωματικοί παρατηρήσεις (όπ. σημ. 211), σσ. 78-80.

293. Ά. Πετρονώτης, Αρκαδία, ΕΠΑ, τ. 4 (1990), σσ. 239-240· Χ. Κωνσταντινόπουλος, Η μα­θητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου, Αθήνα 1987- ο ίδιος, Παραδοσιακοί χτί­στες (όπ. σημ. 273α). Πολλοί Λαγκαδινοί χτίστες εγκαταστάθηκαν στην πεδινή Μεσσηνία: στα Φι­λιατρά (Ράλληδες και Σταματόπουλοι), στους Γαργαλιάνους (Μαλλιαραίοι), στον Πύργο Τριφυλίας (ο Γεώργιος Μακρής με το παρατσούκλι «Τσιμεντάκιας»), στη Χώρα και το Μουζάκι (Πλαγαίοι), στο Βλαχόπουλο (Βασίλης Τσαούσης) και αλλού, αυτόθι, σ. 125 σημ. 281. Τους Μουσταφαμπασαίους (Μουσταφάμπασα =1871 Αριστομένης) ονομάζουν «Λαγκαδιανούς» γιατί «είναι αποικοι από τά Λαγκάδια της Γορτυνίας», Δ. Κρεκούκιας, Περιπαίγματα χωρίων Γορτυνίας, Πρακτικά τοϋ Α' Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών, Παρ. στα Πελ, τ. 12 (1977), σ. 231. Και οι Ηπειρώτες όμως δεν ήταν άγνωστοι. Ο Ν. Μουτσόπουλος, Οι πρόδρομοι των πρώτων Ελλήνων τεχνικών επιστημόνων, Κουδαραΐοι, Μακεδόνες και Ηπειρώτες μάίστορες, στο TEE, Πρώτοι Έλληνες τε­χνικοί επιστήμονες περιόδου απελευθέρωσης, σ. 450 σημ. 31, επισημαίνει δράση κουδαρέων μα­στόρων στην Επάνω Κυπαρισσία. Χτίστες, με περιορισμένη όμως κινητικότητα, έβγαζε και η Μά­νη, βλ. Ά. Πετρονώτης, Μανιάτες Μαστόροι. Τοπικά οικοδομικά εργαστήρια νεοελληνικής παρα­δοσιακής αρχιτεκτονικής στην Πελοπόννησο, ΑΣ, τ. 5 (1980), σσ. 168-187· Κ. Κοτσώνης, Μετά τόν Μυστρά οί λαϊκοί κτίστες και αγιογράφοι στή νότια Πελοπόννησο και ιδιαίτερα στή Μάνη, Πρα­κτικά τοϋ Έκτακτου Πνευματικού Συμποσίου, Από την φωτεινή Κληρονομιά τοϋ Μυστρά στην Τουρκοκρατία (= Πελ. Παρ. 16), Αθήνα 1990, σσ. 178-192· Μ. Κάσσης, Οί περτοφάοι τής Μάνης και ή προσφορά τους στή μανιάτικη λαϊκή αρχιτεκτονική, ΑΣ, τ. 5 (1980), σσ. 377-384.

294.Χ 2 (1881), Χ 3 (1874), Χ 4 (1899), Χ 5 (1907), Χ 6 (1881), Χ 9 (1864/ 1875/ 1909), Χ 10 (1870), Χ 15 (1887), Χ 16 (1862), Χ 17 (1899/ 1900).

295.Οι ερευνητές Αμερικανοί, στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, βρήκαν αντίστοιχα την πλειονό­τητα των λαξευμένων χρονολογιών να συγκεντρώνεται στις δεκαετίες 1880, 1890 και 1900, Η. Foster, Αρχιτεκτονική των χωριών του Μορέα, στο Cooper, Σπίτια Μορέα (όπ. σημ. 216), σσ. 136-137.