ΚΟΝΤΟΒΟΥΝΙΑ

Από τις παραπάνω ενότητες, τη μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση και αριθμό χωριών έχουν τα Κοντοβούνια. Το μεταβυζαντινό όνομα Κοντοβούνια, με τη στενή του έννοια, χαρακτηρίζει το βόρειο μέρος της ορο­σειράς της Κυπαρισσίας, ενώ με την ευρύτερη, ολόκληρη την ίδια ορεινή πε­ριοχή νότια του μεσσηνιακού αυλώνα28. Απ' αυτό παράγεται τοπικό εθνικό Κοντοβουνήσιος/ Κοντοβουνήσος, το οποίο καθίσταται επώνυμο29 που σχημα­τίζει ανδρωνυμικό Κοντοβουνήσαινα29α. Κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία τα Κοντοβούνια, ήταν ένα από τα τέσσερα κόλια (τμήματα) που αποτελούσαν το βιλαέτι ή καζά της Αρκαδίας30.

Κατάλογο των χωριών έχει δημοσιεύσει ο Pouqueville31 και η Γαλλική Expedition32. To σύνθετο νεοελληνικό τοπωνύμιο Κοντοβούνια ετυμολογείται είτε από το επίθετο «κοντός» για το χαμηλό του ύψους33 είτε από το επίρρημα «κοντά» για το εγγύς και ευπρόσιτο του χώρου34. Χωριό Κοντοβούνι του τερριτορίου της Μεθώνης συναντάμε σε έγ­γραφο του 169835 το οποίο σώζεται ως τοπωνύμιο σήμερα στην περιοχή του χωριού Μανιάκι36.

Η ευρύτερη περιοχή των Κοντοβουνίων, ποτέ στο παρελθόν δεν αποτέλεσε ενιαία διοικητική ενότητα. Στην Ενετοκρατία συμβάλλουν εκεί τα territorii Αρ­καδίας, Ανδρούσας, Μεθώνης και Ναβαρίνου, στη Δεύτερη Τουρκοκρατία τα βιλαέτια Αρκαδίας, Ανδρούσας, Ιμπλακίων και Ναβαρίνου και στη σύγχρονη εποχή οι μεσσηνιακές επαρχίες Τριφυλίας, Μεσσήνης και Πυλίας. Με την πρό­σφατη διοικητική διαίρεση, η περιοχή διαχέεται σε έξι δήμους και δυο κοινότη­τες37. Από πλευράς εκκλησιαστικής οργάνωσης-διοίκησης διαμοιραζόταν άλ­λοτε ανάμεσα στη μητρόπολη Χριστιανουπόλεως και την επισκοπή Ανδρούσης38, ενώ από το 1833 στη μητρόπολη Τριφυλίας και Ολυμπίας και τη μητρό­πολη Μεσσηνίας39. Παρ' όλα αυτά, η τοπική ενότητα των Κοντοβουνίων μπο­ρεί να αποκατασταθεί με όρους γεωγραφίας, όπως η εδαφική μορφολογία και η φυσιογνωμία του οικοσυστήματος40.

37. Νόμος 2539/1997 («Ι. Καποδίστριας»). Δήμοι: Αετού, Αριστομένους, Ιθώμης, Νέστορος, Παπαφλέσσα και Φιλιατρών. Κοινότητες: Τρικόρφου και Τριπύλας. Βλ. Οικονομικός Ταχυδρό­μος, φ. 4 (2281), 22-1-1998, σσ. 85-86.

38. Τ. Γριτσόπουλος, Ή Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά τήν Άλωσιν, Αθήνα 1992, σσ. 405-407,421-436,507-541.

39.    1833: επισκοπή Μεσσήνης, 1852: επισκοπή Μεσσηνίας, βλ. μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, Σελίδες της Χριστιανικής Μεσσηνίας, Πρακτικά τοϋ ΣΤ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 24), τ. 1 (2001-2002), σ. 255.

40. Για τον όρο «οικοσύστημα», βλ. Κ. Κουτσόπουλος, Γεωγραφία: Μεθοδολογία και Μέθοδοι ανάλυσης χώρου, Αθήνα 1990, σσ. 90 κ.εξ.