ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΛΑΒΟΙ

Υπογραφές επισκόπων Κυπαρισσίας, Μεθώνης, Κορώνης και Μεσσήνης σε πρακτικά Συνόδων64, προϋποθέτουν τόσο έδρες πρώιμων επισκοπών στις αντίστοιχες πόλεις, όσο και την έγκαι­ρη διείσδυση, εξάπλωση και εδραίωση του χριστιανισμού στο μεσσηνιακό χώρο (τουλάχιστον το 300), γεγονός που ενισχύουν, άλλωστε, το παλαιοχρι­στιανικό νεκροταφείο βόρεια της Μεθώνης65, η ύπαρξη παλαιοχριστιανικών βασιλικών, όπως στην Αγια-Κυριακή Φιλιατρών66, στη Μεσσήνη και αλλού67, αλλά και διάσπαρτα γλυπτά και επιγραφές68. Οι αρχαίες πόλεις μετα­μορφώνονται σε πόλεις-επισκοπές.

Τον 6ο αι. οι παραπάνω πόλεις, μαζί με την Ασίνη, όπως προκύπτει από τον Σννέκδημο του Ιεροκλέους (527-28)69, συνεχίζουν να διατηρούνται στη θέση τους με ίδιο όνομα. Στον 7ο και 8ο, τους λεγόμενους «Σκοτεινούς Αιώνες», όμως, συντελούνται σημαντικές ανακατατάξεις. Από τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αι.70 διαδοχικά κύματα σλαβικών ομά­δων διεισδύουν στην Πελοπόννησο, όπου εγκαθίστανται μόνιμα. Το «Χρονικό της Μονεμβασίας»71, αναφέρει μετοικεσίες και εξοικισμούς των ντόπιων-γηγενών πληθυσμών. Έσθλαβώθη πάσα ή χώρα και/ γέγονε βάρβαρος δτε ό λοιμικός θάνατος πάσαν έβόσκετο την οίκουμένην (746), γράφει ο Πορφυρο­γέννητος72.

Οι Σλάβοι ήταν γεωργοί73 και επέλεγαν τις εγκαταστάσεις τους, τις οποίες αποτελούσαν ημιυπόγειες καλύβες με σαμαρωτή στέγη (poluzemljanka), κυρίως σε κοιλάδες του εσωτερικού. Αρχαιολογικά ίχνη τέτοιας καλύβας (κά­σα ή σκηνή) ωστόσο, δεν έχουν βρεθεί μέχρι τώρα στην Ελλάδα74. Για Σλάβους στη Μεσσηνία οι πηγές δεν παρέχουν πληροφορίες, παρά μόνο για μια ανυπό­τακτη νησίδα, που επέζησε μέχρι το τέλος του μεσαίωνα, στο ζυγό των Μηλιγ-γώνστα δυτικά του Ταϋγέτου, στη μεσσηνιακή Μάνη75. Αν εξαιρέσουμε τις αμ­φιλεγόμενες απόψεις περί «σλαβικής κεραμικής» και ορισμένων άλλων ευρη­μάτων76, μοναδικό τεκμήριο της παρουσίας τους, που επέζησε μέχρι σήμερα, είναι τα λεγόμενα σλαβικά τοπωνύμια. Με βάση τον κατάλογο που δημοσίευσε ο Max Vasmer παρατηρούμε ότι στην ευρύτερη περιοχή των Κοντοβουνίων συ­γκεντρώνονται «πολλά σλαβικά τοπωνύμια»77. Έτσι δεν πρέπει να αποκλεί­σουμε την υπόθεση ότι οι μικρές κοιλάδες των Κοντοβουνίων, που προσφέρο­νται άλλωστε για αγροτικό βίο, αποτέλεσαν πυρήνα εγκατάστασης κάποιας σλαβικής φυλής, μια μοίρα από Μηλιγγούς πιθανώς77". Σλαβική επίδραση στα ονόματα των εκεί χωριών (XX 10, 17-18, 27, 32, 34-35, 38, 41) όμως, δεν σημαί­νει αναγκαστικά και ότι τα ίδρυσαν Σλάβοι(!), σλαβικό τοπωνύμιο δεν σημαί­νει και σλαβικό χωριό: «Τά χωρία έκτίσθησαν πολύ μεταγενεστέρως επί χώρου όμως έχοντος Σλαβικόν όνομα. Έλαβον δηλαδή το όνομα τοϋ τοπωνυμίου»78, γνωστή είναι εξάλλου η τάση να προϋπάρχει το τοπωνύμιο απ' τον οικισμό που το φέρει.

Ενδιαφέρουσα, αλλά ελαττωμένης αξιοπιστίας πηγή για τον 8ο αιώνα(;), αποτελεί κατάλογος επισκοπών στη λεγόμενη «εικονοκλαστική» Notitia του Parisinus graecus 1555A κώδικα79. Στις ήδη γνωστές μας επισκοπές: Κυπαρισ­σίας, Μεθώνης, Κορώνης και Μεσσήνης, προστίθενται αναφερόμενες για πρώ­τη και μοναδική φορά, οι επισκοπές Σνλλέον στο φθαρμένο όνομα της οποίας ο Νίκος Βέης αναγνωρίζει επισκοπή Πύλου80 και Ασίνης, πόλη που μνημονεύει και ο Ιεροκλής81. Την πληροφορία περί επισκοπής Ασίνης ενισχύει σοβαρά η υπάρχουσα εκεί τρίκλιτη βασιλική, στην ακρόπολη-κάστρο της σημερινής Κο­ρώνης (= αρχαία Ασίνη)82. Το μνημείο, από την ομοιότητα της κάτοψης με τη βασιλική της Σπάρτης, πρέπει να χρονολογηθεί «στά τέλη τής παλαιοχριστια­νικής περιόδου-πιθανώτατα στον 7ον αιώνα»83. Σε αντίθεση με τη βάσιμη ένδει­ξη για ύπαρξη επισκοπής Ασίνης, η υπόθεση ταύτισης Συλλέου = Πύλου, φαίνε­ται επισφαλής, καθώς υποψιαζόμαστε, ότι κάτω από το παραμορφωμένο όνο­μα, πρέπει να κρύβεται η ανάγνωση «ο Κυλλήνης» μάλλον παρά «ο Πύλου»84.

62.    Φ. Εύαγγελάτου-Νοταρα, «...Και τά πολλά τής Πελοποννήσου... σεισμού γεγόνασιν παρα­νάλωμα», Πρακτικά τοϋ Γ' ΔΣΠΣ(= Πελ. Παρ. 13), τ. 2 (1987-88), σσ. 428-432.

63. Ε. Χρυσός, Οί Βησιγότθοι στην Πελοπόννησο (396-7 μ.Χ.), Πρακτικά τοϋ Β' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 8), τ. 2 (1981-82), σσ. 181-191· για την Μεσσήνη βλ. τι γράφουν οι Ά. 'Ορλάνδος, Έκ τής Χριστιανικής Μεσσήνης, Αρχεΐον των Βυζαντινών Μνημείων τής Ελλάδος, Αθήνα [= ΑΒΜΕ], τ. 11 (1969), σ. 87, σημ. 2 και Ά. Πετρίδης, Περί 'Ιθώμης και Μεσσήνης και των εν αύταΐς άνακαλυ-φθεισών εσχάτως επιγραφών και λοιπών μνημείων, Παρνασσός, τ. 3 (1879), σ. 836. Πάντως συγκε­κριμένη μαρτυρία στις πηγές για καταστροφές στην Μεσσηνία δεν υπάρχει.

64.    Οι Κυπαρισσίας Αλέξανδρος και Μεθώνης Ευτύχιος συμμετέχουν στην Σύνοδο της Σαρδι-κής (343), οι Κορώνης Αγαθοκλής και Μεσσήνης Ιωάννης στην Γ' Οικουμενική (Έφεσος 431), ο αυτός Μεσσήνης μετέχει στην Δ' Οικουμενική (Χαλκηδόνα 451), όπως επίσης και σε Σύνοδο στην Κόρινθο το 458. Στην τελευταία συνυπογράφει και ο επίσκοπος Κορώνης Αφόβιος, όπως επίσης και σε σύνοδο του 459 στην Κωνσταντινούπολη. Βλ. 'Ορλάνδος, Χριστιανική Μεσσήνη (όπ. σημ. 63), σσ. 88-90· Π. Βελισσαρίου, Παλαιοχριστιανική επιγραφή Κυπαρισσίας, Πρακτικά τοϋ Γ' Το­πικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 18), 1991, σσ. 411-412· μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, Ιστορικά σημειώματα περί τής Ιεράς Μητροπόλεως τής Μεσσηνίας, Πρα-κτικά τοΰ Γ' ΔΣΠΣ (= Πελ. Παρ. 13), τ. 1 (1987-88), σσ. 99-100· Δ. Δουκάκης, Μεσσηνιακά και ιδία περί Φαρών και Καλαμάτας από τών αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τοϋ Καποδιστρίου, τεύχ. 3, Αθή­να 1911 (ανατ. 1999), σσ. 267, 270, 287.

65.    Δ. Πάλλας, Ό 'Άγιος 'Ονούφριος Μεθώνης, Αρχαιολογική Έφημερίς 1968(1969), σσ. 119-176· ο ίδιος, Μεσαιωνικά Μεσσηνίας. Μεθώνη, Αρχαιολογικόν Δελτίον [= ΑΔ], τ. 17, Χρονικό. (1963), σσ. 103-104.

Ο ίδιος, 'Ανασκαφή εις Φιλιατρά τής Τριφυλίας, Πρακτικά τής έν Αθήναις Αρχαιολογικής

Έταιρίας I960 (1966), σσ. 177-194, πίν. 144-150β· ο ίδιος, Μεσαιωνικά Μεσσηνίας. 'Ανασκαφή παρά τά Φιλιατρά (Τριφυλία), ΑΔ, τ. 16, Κείμενον (1962), σσ. 122-125· Ά. 'Ορλάνδος (επιμ.), Φι­λιατρά, Το έργον της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά το 7960(1961), σσ. 141-145.

67. Στην αρχαία Μεσσήνη βρίσκονται τουλάχιστον δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές, όπου η μία ήδη ανασκάπτεται, βλ. Π. Θέμελης,Υστερορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη, στο Π. Θέ-μελης και Β. Κόντη (επιμ.), Πρωτοβυζαντινή Μεσσήνη και Ολυμπία. Αστικός και αργοτικόςχώρος στη Δυτική Πελοπόννησο, Αθήνα 2002, σσ. 38-39, 44. Παλαιοχριστιανικές βασιλικές έχουν επίσης εντοπιστεί στην Πυλία, στον Αγι-Αντρέα Λογγάς, στη Αούτσα Ταβέρνας (1930 Φοινικούντα) και τη Μεθώνη. Για τα πρωτοβυζαντινά αρχαιολογικά δεδομένα στην Μεσσηνία, βλ. τώρα Η. Αναγνω­στάκης, Παράκτιοι οικισμοί της πρωτοβυζαντινής Μεσσηνίας. Η σιωπή των πηγών και η αποσπα­σματική μαρτυρία της αρχαιολογίας, στο ίδιο, σσ. 137-160 και Α. Καββαδία-Σπονδύλη, Πρωτοβυ­ζαντινή Πυλία, στο ίδιο, σσ. 219-228.