ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ

Στην οικοδομική πα­ράδοση των δυτικών περιοχών της ελληνικής χερσονήσου, ευρισκομένων στην ομβροπλευρά των κεντρικών ορεινών όγκων296, κυριαρχεί η επικλινής ξύλινη στέγη με κεραμίδια ή πλάκες. Η επιπεδόστεγη κάλυψη είναι εντελώς άγνω­στη297. Το κύριο υλικό δομής στα ορεινά ήταν πάντοτε η πέτρα298 και στα πεδι­νά, κατά κανόνα, η «αντισεισμική» πλίθα299. Το χρονικό βάθος εφαρμογής του τελευταίου τρόπου δομής αποδεικνύει ο πρωτοελλαδικός οικισμός στη Βοϊδοκοίλίά300. Τα παραπάνω κατασκευαστικά πρότυπα επιβάλλουν στην τοπική αρχιτεκτονική και αντίστοιχα μορφολογικά χαρακτηριστικά.

Τι πληροφορίες όμως έχουμε για «παλιότερα»; Ο Εβλιγιά Τζελεμπή περνώ­ντας το 1668 από την Αρκαδία αναφέρει ότι τα 300 σπίτια εκτός κάστρου ήταν πέτρινα με κεραμίδια και είχαν οχυρή μορφή με μικρά παράθυρα σαν πολεμί­στρες από τον φόβο των Φράγκων301. Ο άγγλος περιηγητής Bernard Randolph, κινούμενος στον Μοριά την 8η δεκαετία του 17ου αιώνα γράφει:

«τα κτίσματα είναι ως επί το πλείστον από πλίθες φτιαγμένες από πηλό και κομμένα άχυρα και ξεραμένες στον ήλιο. Οι τοίχοι των θεμελίων εί­ναι από πέτρα και ασβέστη. Ελάχιστα σπίτια έχουν ύψος πάνω από δύο πατώματα. Καλύπτονται με ψημένα κεραμίδια (pan tiles). Δεν υπάρχουν πολλά μεγάλα σπίτια στον Μοριά...»302.

Το 1692 ένας υψηλός αξιωματούχος, ο Θαδδαίος Γραδενίγο, εντοπίζει την αιτία που περιόριζε το μέγεθος των σπιτιών:

«από τά πιο προσιτά δάση, γράφει, βγαίνουν τραβέρσες (travamenti), πού δεν ξεπερνούν τά δεκαέξι ως δεκαοκτώ πόδια μήκος και τις τρεις ως πέντε ίντσες πάχος- κατόπιν οί σανίδες (tavole) εΐναι το πολύ πέντε με εξι πόδια μακριές και οκτώ με δέκα ίντσες πλατιές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όλα τά σπίτια τοϋ Βασιλείου νά έχουν δωμάτια τού ιδίου μεγέθους»303.

Μετατρέποντας τα βενετικά πόδια σε μέτρα304, βρίσκουμε, ότι το μήκος τραβέρσας κυμαινόταν από 5,50 μέχρι 6,25 μέτρα, νούμερο που θα 'θελα να συ­γκρατήσουμε. Τραβέρσες στο κείμενο είναι τα οριζόντια δοκάρια, αυτά που στηριγμένα αμφιέρειστα στους απέναντι τοίχους καθορίζουν το μέτρο του πλάτους στο ορθογώνιο σπίτι305. Σ' αυτό τον απλό κατασκευαστικό περιορι­σμό στηρίζεται και η μορφή που έχει το μακρινάρι.

Το βενετικό κτηματολόγιο του Φαναριού (catastico ordinano) ολοκληρωμένο το 1698, αλλά και αυτό της Καλαμάτας του ιδίου έτους, που σώζονται στο Αρ­χείο Grimani της Βενετίας306, μας πληροφορούν ότι τα περισσότερα σπίτια στα πεδινά χωριά του πρώτου τεριτορίου ήταν σκεπασμένα με άχυρο και μόνο ελά­χιστα ήταν με κεραμίδια. Σε καμιά δεκαπενταριά ωστόσο ορεινά χωριά με σημα­ντικότερο την Ανδρίτσαινα οι στέγες ήταν καλυμμένες με πλάκες (plache), ντό­πιο δηλαδή σχιστολιθικό ασβεστόλιθο. Αντιθέτως, στο εξ ολοκλήρου πεδινό τε-ριτόριο της Καλαμάτας, τα σπίτια ήταν με κεραμίδια και μόνο μια μικρή αναλο­γία ήταν με άχυρα307. Ανάλογες πληροφορίες δίνουν τα δύο κτηματολόγια για το τεριτόριο του Ναυπλίου308. Απογράφουν σπίτια κεραμοσκεπή ή αχυροσκεπή, ξύ­λινες παράγκες ή καλύβες σκεπασμένες με χώμα. Στα σπίτια της υπαίθρου «υπερτερούν ελαφρά τα αχυροσκεπή»309. Από το κτηματολόγιο του Αργούς (1700) και την εκκλησιαστική απογραφή (1696), τόσο στην κωμόπολη όσο και στην περιοχή της ξαναβρίσκουμε επίσης αχυροσκεπείς τύπους και καλύβια310.

Το 1805, ο Leake, γράφει ότι στην άνω μεσσηνιακή πεδιάδα ήταν «αρκετοί μικροί οικισμοί αποτελούμενοι κυρίως από καλύβια μ' άχυροσκέπαστες στέ­γες»311. Ο ίδιος, περιγράφει μια αχυρένια καλύβα ωοειδούς μορφής στο χωριό

Άγιος Ιωάννης της Καρύταινας312. Ο Καστελλάν το 1797, κάπου μεταξύ Με­θώνης και Ναβαρίνου, συνάντησε έναν θερινό καταυλισμό νομάδων με πολλές καλύβες313. Από την περιγραφή φαίνεται ότι πρόκειται για «τραγατσούλες», τύπο καλύβας πού και σήμερα κατασκευάζουν οι αγρότες τα καλοκαίρια σε Μεσσηνία και Ζάκυνθο314. Τέσσερις κορμοί από κυπαρίσσια μπηγμένοι στη γη και δύο οριζόντια επίπεδα, το κάτω από τάβλες, οριοθετούν ένα εναέριο κυβι­κό δωμάτιο. Ένας δευτερεύων κατασκευαστικός κάνναβος από καλάμια ντύνε­ται με φτέρη. Η πρόσβαση γίνεται με ξύλινη σκάλα, την είσοδο κλείνει μια κου­ρελού. Η μορφή της μοιάζει με παρατηρητήριο, αυτός ήταν και ο αρχικός προ­ορισμός: το αποκατεστημένο της όνομα «δραγατσούλα» προέρχεται απ' το με­σαιωνικό δραγάτης = 'φύλακας αμπελιών'315. Ονομάζεται επίσης φρετζάτα3ϊ6 ή απλά «καλύβα».

Από τα παραπάνω έγινε εμφανές ότι το μεγαλύτερο μέρος της αγροτιάς κα­τά την περίοδο της ξένης κυριαρχίας ζούσε σε απλά ισόγεια, συχνά στοιχειώδη καταλύματα από εφήμερα υλικά, «καλύβες» και «καλύβια». Οι δύο τελευταίοι όροι συχνά ταυτίζονται, συγχέονται ή παραλλάσσουν από τόπο σε τόπο317. Ας επιτραπεί εδώ μια διάκριση, τουλάχιστον έτσι όπως μπόρεσα να την καταλά­βω: όταν ο φέρων οργανισμός κατασκευάζεται από οργανικά υλικά κάνουμε λόγο για «καλύβα» και όταν γίνεται από ανόργανα (πέτρα ή πλίθα) για «καλύ­βι». Το καλύβι είναι ισόγειο. Οι αναλογίες του επιτρέπεται να είναι τετραγωνι­κές, όταν όμως κυριαρχήσει το μήκος τότε μπορεί να μιλάμε για χαμοκέλα.

Μια δεύτερη διάκριση έχουμε απ' τη χρήση: στην καλύβα μένουν μόνο άνθρω­ποι. Ώρα όμως να περάσουμε σε απτά παραδείγματα.

294.Μαριολόπουλος, Κλίμα (όπ. σημ. 16), σ. 81· Γ. Πλουμίδης, Γεωγραφία τής 'Ιστορίας τοϋ νεοελληνικού χώρου, Αθήνα 21984, σ. 33.

295.Βλ. Α. Δημητσάντου-Κρεμέζη, Το καμαρόσπιτο της Αττικής, Αθήνα 1986, σσ. 200-201 πίν. 1ε.

296.Ανάλογα με το ποσοστό πρόσμιξης του συνδετικού κονιάματος σε χώμα και ασβέστη {χω-ρύδι), βρίσκουμε τέσσερα χτισίματα τοιχοποιίας: ξερολιθιά (άνευ κονιάματος), λασποτοίχι (μόνο χώμα), καραμπίνα (χώμα και ασβέστης) και μπινά (μόνο ασβέστης).

297.«Φύλαμαι απ' το νερό να σε φυλάξ' απ' το σεισμό», λέγει κατά ένα δημώδες πελοποννη­σιακό λόγιο η προσωποποιημένη πλίθα σ' αυτόν που την «έκοβε», την έλιαζε και μετά την έχτιζε. Τους Χωραίτες επειδή κατασκεύαζαν και έμεναν σε πλίθινα σπίτια τους ονομάζουν περιπαικτικά «Λασπίτες», όπως επίσης και τους Λαγκαδιανούς, για το επάγγελμα τους. Ο Κρεκούκιας, Περι­παίγματα (όπ. σημ. 293), σ. 231, ωστόσο γράφει: «Χωραίτες Λασπϊτες, διά τήν σύστασιν τοϋ εδά­φους των».

298.Γ. Σταθόπουλος, Αρχιτεκτονικές παρατηρήσεις στον πρωτοελλαδικό οικισμό τής Βοϊδοκοιλιάς, Πρακτικά τοϋ Β ' Τοπικοϋ Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 10), 1984, σσ. 69-73

301.Δ. Λούπης, Εβλιά Τσελεμπί, 'Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671), Αθήνα 1994, σ. 55· Θ. Κωστάκης, Ο Evliya £elebi στην Πελοπόννησο, Πελ, τ. 14 (1981), σ. 258.

302.«...Τα καλύτερα βρίσκονται στο Ναύπλιο, στο Μυστρά και στη Κόρινθο. Δεν είναι περισ­σότερα από τρία αυτά που αξίζουν το όνομα 'σεράγιο' όπως αποκαλούν τα παλάτια». Randolph, Present state (όπ. σημ. 25), σ. 19· Bernard Randolph, Ό Μοριάς στα χρόνια τής Τουρκοκρατίας (1671-1679), μτφρ. Β. Ματσινόπουλος, Τριφυλιακή Εστία, τεύχ. 26-27 (1979), σσ. 117-118· Σιμό-πουλος, Ταξιδιώτες (όπ. σημ. 112), τ. 1 (81994), σσ. 683-685· Δημακόπουλος, Πύργοι (όπ. σημ. 204), σ. 304 σημ. 2.

303.Λάμπρος, Έκθεσις Γραδενίγου (όπ. σημ. 196), σ. 235· Τσελίκας, Μεταφράσεις Γ' (όπ. σημ. 196), σ. 39.

304.Το ενετικό πόδι (piede) = 0,348 μ. υποδιαιρείται σε 12 ίντσες (oncie), ενώ 5 piedi = 1 βήμα (passo) = 1,74 μ., βλ. Ί. Στεριώτου, "Ενας διάλογος σχετικός μέ τήν κατασκευή των φρουρίων (fortezze), Ανάτυπο από την Επιστημονική Επετηρίδα τής Πολυτεχνικής Σχολής τοϋ Αριστοτε­λείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τ. 6Β (1974), σσ. 113-114 σημ. 2· η ίδια, Giulio Savorgano, 25 κανόνες τεχνικής στη σχεδίαση και στην κατασκευή των φρουρίων, στο ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΤΕΧΝΟ­ΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΤΒΑ, Τεχνογνωσία στη Αατινοκρατούμενη Ελλάδα, Αθήνα 2000, σσ. 131, 134

305.Πρβλ. Κρεμέζη, Καμαρόσπιτο (όπ. σημ. 297), σσ. 30-32.

306.Τ. Γριτσόπουλος, Το εν Βενετία Άρχείον Grimani καθ' δσον άφορα εις την Πελοπόννη-σον, Πελ, τ. 7 (1969-1970), σσ. 396-399. Για τα βενετικά κτηματολόγια βλ. Κ. Ντόκος και Γ. Πανα-γόπουλος, Το Βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, σσ. xxiv-lix.

307.Topping, Post-classical (όπ. σημ. 103), σσ. 75, 78-79. Πιο συγκεκριμένα, από δημοσιευμένο υλικό για τρία πεδινά χωριά του Φαναριού: Agolinizza (Αγουλινίτσα = 1927 Επιτάλιον), Zagoriani (Ζαγορούνι) και Alupocori (Αλουποχώρι =1912 Αγρίδι), από τα 85 σπίτια που είχαν και τα τρία μαζί τα 7 ήταν λιθόκτιστα και οι 78 αχυροκαλύβες, βλ. Σ. 'Αντωνιάδη, Συμβολή στην ιστορία της Πελοποννήσου κατά τον 17ον αιώνα, Χαριστήριον εις Αναστάσιον Κ. Όρλάνδον, τ. 3, Αθήνα 1966, σσ. 157-158. Στο territorio της Καλαμάτας από τα 20 χωριά που καταγράφονται μόνο δυο είχαν σπίτια από άχυρα (case di paglia): το Sprocoma (Ασπρόχωμα), 20 σπίτια με κεραμίδια (case di copi) και 20 με άχυρα, και το Sulanaga (Ασλάναγα = 1928 Μεσοποταμιά, 1929 Αρις), 22 με κεραμίδια και 78 με άχυρα, βλ. Β. Μπόμπου-Σταμάτη, Συμβολή στην Ιστορία της Καλαμάτας γύρω στά 1700, Πρα­κτικά τον Α ' Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών (= Πελ. Παρ. 5), 1978, σσ. 263-267.

308.To Catastico ordinano (συνοπτικό) του 1700 και το Catastico particolare (αναλυτικό) του 1704, βλ. Ε. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα. Οικιστικά μεγέ­θη και κατανομή της γης, Αθήνα 2002.

309.Στο ίδιο, σσ. 84-86, 95-97.

310.Ε. Λιάτα, Αργεία γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι, τέλη 17ου αρχές 19ου αιώνα, Αθήνα 2003, σσ. 26-27,42, 109, 114-115 πίν. 3.

311.Leake, Ταξίδι (όπ. σημ. 33), σ. 254, γράφει ακόμη ότι τα σπίτια της Τριπολιτσάς «είναι κτισμένα μέ χωματοπλιθιά σάν των άλλων πόλεων τοϋ Μοριά», αυτόθι, σ. 257. Επίσης ότι η Γα­στούνη είναι πλιθόκτιστη, αραιοκατοικημένη και ανθυγιεινή. Περιγράφει ακόμη το πλιθόχτιστο σπίτι του καλύτερου νοικοκύρη στο χωριό Φοινίκη, βλ. Σιμόπουλος, Ταξιδιώτες (όπ. σημ. 112), τ. 3Α(51997), σσ. 347, 353.

312. «Σε κάθε χωριουδάκι (Aianni, Anemodhuri) υπάρχει ένα πέτρινο σπίτι. Οι υπόλοιπες κα­τοικίες είναι αχυρένιες καλύβες σε σχήμα όμοιο μιας μεγάλης ωοειδούς τέντας (oval tent): ένας με­γάλος ορθοστάτης στο μέσον υποστηρίζει την στέγη, η οποία γέρνει προς τα μέσα τρία με τέσσερα πόδια από το έδαφος, όπου ένας τοίχος του αυτού ύψους, φτιαγμένος από εύκαμπτα κλαριά λυγα­ριάς που συμπλέκονται με όρθιους ράβδους, σχηματίζει το υπόλοιπο της κατασκευής», W. Leake, Travels in the Morea, τ. 2, Λονδίνο 1830 (ανατ. Άμστερνταμ 1968), σ. 91· Σιμόπουλος, Ταξιδιώτες (όπ. σημ. 112), τ. 3Α (51997), σ. 374· Δημακόπουλος, Πύργοι (όπ. σημ. 204), σ. 294 σημ. 2. Για τα χω­ριά, βλ. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός (όπ. σημ. 142), σ. 346 αρ. 170 και σσ. 368-369 αρ. 202.

313. «Νά λοιπόν άπό τι αποτελείται ή κατοικία αυτών των βοσκών. Ένας φράκτης φτιαγμένος από αγκαθωτά κλαδιά πλεγμένα και στερεωμένα σε πασσάλους βυθισμένους στή γή σχηματίζει έναν αρκετά μεγάλο περίβολο. Στο κέντρο του υπάρχουν πολλές καλύβες πού αποτελούνται άπό τέσσερα μικρά δέντρα ύψους περίπου δέκα ποδών, απογυμνωμένα άπό τά κλαδιά τους, μπηγμένα κάθετα στο έδαφος και καλυμμένα άπό μία απλή σκεπή μέ φύλλα φοινικιάς. Κάτω άπό αυτήν τή σκεπή κατασκευάζουν ένα δεύτερο επίπεδο χρησιμοποιώντας σανίδες ενωμένες στίς παραστάδες μέ κλιματίδες. Και αυτή ή επιφάνεια είναι καλυμμένη από ξερά φύλλα καί προβιές αρνιών και χρη­σιμεύει γιά κρεββάτι στους βοσκούς· βρίσκουν εκεί καταφύγειο άπό τις βροχές καί τά θανατηφόρα ερπετά. Αυτό τό εναέριο δωμάτιο φυλάγεται άπό τήν πλευρά τοϋ άνεμου μέ μία απλή ψάθα.», Βε-λισσαρίου, Castellan (όπ. σημ. 199), σ. 320.

314. Δ. Ζήβας, 'Αρχιτεκτονικά Σύμμικτα, Αθήνα 1976, σσ. 103-134.

315. Δ. Γεωργακάς, Δραγάτης και παράγωγα, Πελ, τ. 1 (1956), σσ. 459-461.

316. Οι μικρές ισόγειες καλύβες στη Ζάκυνθο ονομάζονται «φραγκιάτες», Ζήβας, Σύμμικτα (όπ. σημ. 314), σ. 103 σημ. 1.

317. Κρεμέζη, Καμαρόσπιτο (όπ. σημ. 297), σ. 25 σημ. 1.